Η Αγία Παρασκευή είναι δήμος στην περιφέρεια του Βορείου Τομέως της Αθήνας, εκτεινόμενος στο ανατολικό άκρο του αθηναϊκού πεδίου έως τους ορεινούς όγκους του Υμηττού. Η έκταση της περιοχής υπολογίζεται σε 7,935 τ.χμ. (5,64 τ.χμ. κατοικημένη) και ο μόνιμος πληθυσμός της σύμφωνα με την απογραφή του 2011 ανέρχεται στους 59.704 κατοίκους, με πυκνότητα 7.524 ατόμων ανά τ.χμ. και υψόμετρο κέντρου 206 μ.

Η δημιουργία του οικισμού χρονολογείται κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, το 1929 αποσπάσθηκε από τον δήμο Αθηναίων ως κοινότητα και μετέπειτα ως δήμος το 1963, αναπτυσσόμενος αρχικά ως παραθεριστικός προορισμός του Χαλανδρίου. Η περιοχή έχει ιδιαίτερο φυσικό κάλλος με πλούσια βλάστηση αλλά και άρτιο συγκοινωνιακό δίκτυο, διασυνδεόμενη με το Μετρό της Αθήνας και τον προαστιακό σιδηρόδρομο. Θεωρείται δε πέρασμα από το κέντρο της Αθήνας προς τα Μεσόγεια.
Ο κεντρικός οικισμός αναπτύσσεται αμφίπλευρα της Λεωφόρου Μεσογείων, πέριξ της Πλατείας Αγίας Παρασκευής. Το μικρότερο υψόμετρο, στο κατοικημένο τμήμα της πόλης, ανέρχεται σε περίπου 175 μ. ενώ το υψηλότερο στα περίπου 275 μ. από το επίπεδο της θάλασσας.

Η Αγία Παρασκευή αποτελεί την είσοδο στο λεκανοπέδιο από τα ανατολικά και επικοινωνεί με την πεδιάδα των Μεσογείων μέσω της ομώνυμης λεωφόρου (Λεωφ. Μεσογείων). Συνδέεται με την Αττική Οδό μέσω της Περιφερειακής Υμηττού (κόμβοι 13, Υ3 και Υ4). Ο περιφερειακός οδικός δακτύλιος της πόλης εναρμονίζεται γύρω από την Αγία Παρασκευή και το Χολαργό. Αποτελείται από τη Λεωφόρο Μεσογείων που κινείται βόρεια του Χολαργού και του παραδοσιακού κάτω οικισμού της Αγίας Παρασκευής, ενώ μετά τη δόμηση των βόρειων εκτάσεων (Κοντόπευκο, Παράδεισος, Πευκάκια) ουσιαστικά χωρίζει την πόλη στα δύο. Η Λεωφόρος κινείται καθοδικά έως ότου αγγίξει το ανατολικό άκρο του λεκανοπεδίου επί του Υμηττού (Σταυρός).

Ιστορικά Στοιχεία

Η περιοχή πρέπει να κατοικήθηκε από την αρχαιότητα. Η πρώτη αναφορά στην περιοχή γίνεται στα “Αττικά” του Παυσανία, απ’ όπου μαθαίνουμε πως η περιοχή από το Χαλάνδρι μέχρι την Αγία Παρασκευή και την Παιανία αποτελούσε, κατά τον 6ο αιώνα π.Χ., το μεγάλο Δήμο της Φλύας, τόπο εύπορο και μυστηριακό, που ανήκε, σύμφωνα με τους ιστορικούς, στη Κεκροπίδα φυλή. Σ’ αυτό συνηγορούν το πλήθος των ταφικών ευρημάτων κατά μήκος της σημερινής λεωφόρου Μεσογείων, στην οδό Νικίου, καθώς και το εντυπωσιακό ταφικό οικοδόμημα, κτισμένο από πεντελικό μάρμαρο και καμαροσκέπαστο, που βρέθηκε κοντά στη διασταύρωση των σημερινών οδών Σοφοκλή Βενιζέλου και Μαρμαριωτίσσης και μετατράπηκε σε εκκλησία.

Στην αρχαία Φλύα λατρευόταν ο ‘Ηφαιστος, η ‘Αρτεμις και πολλές θεότητες σχετικές με τη βλάστηση και τον κάτω κόσμο. Μετά την Ελευσίνα, η Φλύα αποτελούσε τον κατεξοχήν Δήμο των μυστηριακών τελετών. Διέθετε σημαντικό τελεστήριο και γνωρίζουμε ότι μετά την καταστροφή του από τους Πέρσες το επισκεύασε ο Θεμιστοκλής. Μεγάλη ακμή γνώρισαν στη Φλύα και οι μυστικές τελετές της Φρυγικής Μεγάλης Μητέρας, που διήρκεσαν μέχρι τον 4ο αιώνα μ.Χ. αιώνα, μάρτυρες των οποίων είναι πολλοί ενεπίγραφοι βωμοί που βρέθηκαν στην περιοχή. Προχωρώντας από την αρχαιότητα στους ρωμαϊκούς χρόνους, ο ποιητής Οβίδιος υμνεί την ομορφιά της βλάστησης και του κλίματος της περιοχής.

Στα τελευταία βυζαντινά χρόνια η ιστορία του τόπου επικεντρώνεται γύρω από τη ζωή του μοναστηριού του Αϊ Γιάννη του Κυνηγού ή αλλιώς της Μονής των φιλοσόφων. Το μοναστήρι αυτό χτίστηκε το 1185 μ.Χ. και ως επικρατέστερος ιδρυτής αναφέρεται ο μοναχός Βασίλειος Κυνηγός. Επιφανής ηγούμενος του μοναστηριού ήταν ο Νεόφυτος στον οποίο οφείλεται η κατασκευή του δρόμου που συνέδεε το σημερινό Σταυρό με τη Μονή και την πεδιάδα των Αθηνών με τα Μεσόγεια.Μνημείο-τεκμήριο για τα παραπάνω αποτελεί το Κιόνιο του Νεοφύτου, η επιγραφή του οποίου καλεί το διαβάτη να προσευχηθεί για τη σωτηρία της ψυχής του κατασκευαστή του.Επί τουρκοκρατίας μέρος του μοναστηριού του Αϊ Γιάννη του Κυνηγού κατεδαφίζεται για να χρησιμοποιηθεί στην οχύρωση της Ακρόπολης των Αθηνών. Εντούτοις η περίοδος αυτή είναι περίοδος ακμής για το μοναστήρι το οποίο διατηρεί δύο μετόχια.
Στις αρχές του 19ου αιώνα η περιοχή ανήκε στον Τούρκο Χαλήλ Μπέη, που την πούλησε στον κόμη Αντώνιο Μπότσαρη. Εκείνος στις 13.11.1850 πούλησε με τη σειρά του ένα μεγάλο μέρος της σε εννιά κατοίκους του Χαλανδρίου. Πότε άρχισε να δημιουργείται ο τωρινός συνοικισμός δεν ξέρουμε.

Μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα στην περιοχή κατέφευγαν φυματικοί λόγω του υγιεινού κλίματος (έλλειψη υγρασίας), νοικιάζοντας ή στήνοντας παράγκες στα κτήματα των τότε κατοίκων. Ως το 1921 η Αγία Παρασκευή ανήκε στο Δήμο Αθηναίων μαζί με το Χαλάνδρι και τους συνοικισμούς Ψυχικού, Χολαργού, Φιλοθέης, Πεντέλης, Νέου Ψυχικού και Βριλησσίων. ‘Ολοι αυτοί αποτέλεσαν το 1925 την κοινότητα Χαλανδρίου και στη συνέχεια αποσπάστηκαν διαδοχικά και σχημάτισαν δικές τους κοινότητες και αργότερα Δήμους.

Η Αγία Παρασκευή αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά ως κοινότητα το 1929 αλλά καταργήθηκε την ίδια χρονιά και έμεινε ως συνοικισμός του Χαλανδρίου έως το 1931. Τότε έγινε οριστικά κοινότητα και το 1963 έγινε Δήμος. Από το 1948 η Αγία Παρασκευή παύει να αποτελεί παραθεριστικό θέρετρο και γίνεται συνοικία με μόνιμους κατοίκους. Το 1960 λειτουργούν ήδη Δημόσιες Υπηρεσίες στο προάστιο. Το ρεύμα παρέχεται στην ευρύτερη περιοχή Ανατολικής Αττικής από την εταιρεία περιχώρων Αγίας Παρασκευής. Η υδροδότηση γίνεται αρχικά από το Αδριάνειο Υδραγωγείο και αργότερα από την ΟΥΛΕΝ. Το τηλέφωνο έρχεται στον Τσακό το 1962.

ΔΗΜΑΡΧΟΣ ΑΓ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ ΖΟΡΜΠΑΣ

Ο Δήμαρχος Βασίλης Ζορμπάς έλκει την καταγωγή του από την ορεινή Ναυπακτία προερχόμενος από αγροτοκτηνοτροφική οικογένεια, τόσο από την μεριά του πατέρα του Σπυρίδωνα Ζορμπά όσο και από την μητέρα του Δήμητρα Ζορμπά.
Είναι παντρεμένος με την Μαρία Αποστόλου και έχουν αποκτήσει δύο κορίτσια, τη Δήμητρα-Χαριτίνη, χημικό-βιολόγο, που εργάζεται στην Ολλανδία και την Ελένη, οικονομολόγο, που εργάζεται στον ιδιωτικό τομέα.

Τον Νοέμβριο του 2010 εκλέγεται Δήμαρχος Αγίας Παρασκευής με ποσοστό 52,5%. Συγκεκριμένα, στον πρώτο γύρο των δημοτικών εκλογών έλαβε τον αριθμό των 5.300 ψηφοδελτίων τα οποία αντιστοιχούσαν σε ποσοστό 26,8%. Η θητεία του διήρκησε λιγότερο από τέσσερα χρόνια, ενώ το έργο του χαρακτηρίστηκε ως εξαιρετικά θετικό, τόσο από την τοπική κοινωνία της Αγίας Παρασκευής, όσο και από τους ίδιους τους εργαζόμενους στον δήμο και τα νομικά του πρόσωπα.
Στις δημοτικές εκλογές του 2014, στον πρώτο γύρο των εκλογών, έλαβε το ποσοστό του 35%, το οποίο αντιστοιχούσε στον αριθμό των 8.050 ψηφοδελτίων και τελικά στον δεύτερο γύρο έλαβε το ποσοστό του 49,3%. Διαφορά μόλις, 192 ψηφοδελτίων λιγότερων από τον ανθυποψήφιό του. Στον δεύτερο γύρο των δημοτικών εκλογών του 2019 εκλέχτηκε ξανά Δήμαρχος με ποσοστό 55,72% (10990 ψήφους).