Η Αθήνα είναι η πρωτεύουσα της Ελλάδας από το 1834 και η μεγαλύτερη πόλη της. Είναι από τις αρχαιότερες πόλεις του κόσμου, με την καταγεγραμμένη ιστορία της να φθάνει ως το 3.200 π.Χ. Ξεκίνησε ως οικισμός πάνω στην Ακρόπολη και εξελίχθηκε τον 6ο αιώνα π.Χ. σε μία πανίσχυρη πόλη-κράτος, που αναπτύχθηκε παράλληλα με το λιμάνι της, το οποίο αρχικά ήταν το Φάληρο και αργότερα ο Πειραιάς. Υπήρξε, κατά την κλασική εποχή, κέντρο των τεχνών, της γνώσης και της φιλοσοφίας, έδρα της Ακαδημίας του Πλάτωνα και του Λυκείου του Αριστοτέλη, ενώ αναφέρεται ευρέως ως γενέτειρα της δημοκρατίας και «λίκνο του δυτικού πολιτισμού».

Από το 1838 η μορφή της Αθήνας αρχίζει κάπως να αλλάζει. Νέα σπίτια χτίζονται, κήποι και δενδροστοιχίες καλύπτουν δρόμους και πλατείες, ενώ στα λίγα ακόμη καταστήματα του κέντρου, αρχίζουν να εισάγονται και είδη πολυτελείας. Τα μεγάλα καφενεία του κέντρου, τα βράδια παίζουν μουσική και προσφέρουν κρύο νερό και λεμονάδα. Μεταξύ των χιλιάδων ανθρώπων που περιφέρονται και διασκεδάζουν, είναι ο Όθωνας και η Αμαλία που περνούν να απολαύσουν το θέαμα καβάλα σε άλογα. Οι περίπατοι με άλογα, τόσο του βασιλικού ζεύγους όσο και των «Κυριών της τιμής» ή και των φίλων της βασιλικής οικογένειας, είναι καθημερινό φαινόμενο. Οι περίπατοι συχνά φτάνουν μέχρι τον Υμηττό και την Πεντέλη ή και προς τη θάλασσα, μέχρι τη Σαλαμίνα και την Ελευσίνα. Συχνά η κίνηση στους δρόμους της Αθήνας, δημιουργεί κυκλοφοριακά προβλήματα αφού εκτός από τους μεμονωμένους ιππείς, κυκλοφορούν οι πολυτελείς άμαξες με περισσότερους από δύο ίππους, τα ογκώδη κάρα που μεταφέρουν τρόφιμα και οικοδομικά υλικά, καθώς επίσης και φορτωμένα γαϊδούρια αλλά και καμήλες. Ανάμεσα στις ιδιωτικές άμαξες, τους έφιππους κυρίους και τα μεταφορικά κάρα και πολλοί περιπατητές σε μια πανδαισία χρωμάτων που δημιουργούν οι ποικίλες ενδυμασίες, ιδιαίτερα των γυναικών. Από ψηλά, εντυπωσιακά, περίτεχνα καπέλα μέχρι σμυρναίικα φέσια. Από παριζιάνικες τουαλέτες και ευρωπαϊκά πομπώδη φορέματα μέχρι τοπικές ενδυμασίες από την Αττική και τα νησιά, έως φουστανέλες.

Πριν ακόμη έρθει στην Αθήνα ο Όθωνας, ο πατέρας του Λουδοβίκου της Βαυαρίας, έστειλε αρχιτέκτονα να επιλέξει το μέρος όπου θα κτιστεί το παλάτι. Αρχικά, ως ιδανική τοποθεσία επιλέχτηκε ένας λόφος σε ψηλό σημείο της πόλης, όπου στους πρόποδες πέρναγε ο Ιλισός ποταμός. Και ενώ οι μελέτες, εδάφους, κλίματος κλπ. έδειξαν ικανοποιητικές ο αρχιτέκτονας φοβήθηκε μήπως ο γαλήνιος Ιλισός, κάποια στιγμή άλλαξε διάθεση και πλημμύριζε την περιοχή. Έτσι διάλεξε την τοποθεσία που σήμερα βρίσκονται τα Παλιά Ανάκτορα και στεγάζεται η βουλή. Εκεί με κάθε επισημότητα άρχισε η κατασκευή του Παλατιού, παρά τις αντιδράσεις Ελλήνων και ξένων για αλόγιστη χρησιμοποίηση πολύτιμων υλικών. Μάρμαρα από την Πεντέλη, ειδικοί τεχνίτες από Ιταλία και Βαυαρία, ξυλεία, πόρτες, παράθυρα και άλλα υλικά από την Τεργέστη. Μεγάλα ήταν και το κόστος της επίπλωσης αλλά και της Αυλής που έπρεπε να συσταθεί για να υπηρετεί την βασιλική οικογένεια…

Εκτός βέβαια από το Παλάτι και η υπόλοιπη μεταμόρφωση της Αθήνας γινόταν είτε προς τιμήν του βασιλικού ζεύγους, είτε με επιλογές, κυρίως της βασίλισσας Αμαλίας. Μανιώδης φίλη του πράσινου η Αμαλία φέρνει χώμα και σπάνια λουλούδια από την πατρίδα της, ενώ αρχίζει να εφαρμόζει πρόγραμμα για την δενδροφύτευση κεντρικών δρόμων της Αθήνας αλλά και της περιοχής γύρω από την Ακρόπολη. Σαν συνέχεια του παλατιού, θέλησε να δημιουργήσει ένα μεγάλο κήπο που στα αρχικά του σχέδια, η έκταση συμπεριλάμβανε, την περιοχή του Ζαππείου, τους στύλους του Ολυμπίου Διός και έφτανε μέχρι το Θησείο. Η επιθυμία της αυτή δεν ικανοποιήθηκε λόγω των αντιδράσεων και εξαιτίας των αρχαιοτήτων που υπήρχαν σε όλη αυτή την περιοχή. Έτσι ο Κήπος της βασιλικής οικογένειας περιορίστηκε στα όρια περίπου του σημερινού Εθνικού κήπου (μετονομάστηκε το 1974). Το 1839, Βαυαροί γεωπόνοι μετέφεραν και φύτευσαν 15.000 καλλωπιστικά φυτά από τη Γένοβα. Γάλλοι κηποτέχνες ανέλαβαν τη φροντίδα και διεύθυνση του κήπου ο οποίος ήταν για αποκλειστική τέρψη της βασιλικής οικογένειας και δεν ήταν ελεύθεροι για τον αθηναϊκό λαό.

Το 1846 διαμορφώθηκε και η πλατεία Ομονοίας. Αρχικά πήρε το όνομα Πλατεία Ανακτόρων, στη συνέχεια προς τιμή του βασιλιά ονομάσθηκε Πλατεία Όθωνος, ενώ το 1862 μετονομάσθηκε σε Πλατεία Ομονοίας, όταν στο χώρο αυτό συγκεντρώθηκαν και έδωσαν όρκο ομονοίας οι αρχηγοί των αντιπάλων πολιτικών σχημάτων που είχαν προκαλέσει αιματηρές ταραχές στη χώρα. Το 1843 άρχισε και η διαμόρφωση της Πλατείας Συντάγματος. Αρχικά και αυτή ονομάστηκε Πλατεία Ανακτόρων. Το σημερινό της όνομα το πήρε από το Σύνταγμα που υποχρεώθηκε να εκδώσει ο Όθωνας στην Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου. Το 1930 ξεκίνησαν οι εργασίες μετατροπής των Ανακτόρων σε κοινοβούλιο από τον αρχιτέκτονα Ανδρέα Κριεζή. Από το 1935, επί πρωθυπουργίας Παναγή Τσαλδάρη, πραγματοποιούνται σ’ αυτό οι εργασίες της Ε΄ Εθνοσυνέλευσης.