1960 – 1970. Η δεκαετία με τις μεγάλες αντιφάσεις. Ο κόσμος ζει στους ρυθμούς του ψυχρού πολέμου, του Βιετνάμ, της Εξέγερσης των μαύρων, των κινημάτων Ειρήνης, του γαλλικού Μάη, της κατάκτησης της Σελήνης, της σεξουαλικής απελευθέρωσης, της Άνοιξης της Πράγας, ενώ η Ελλάδα βιώνει την εύθραυστη δημοκρατία των Κ. Καραμανλή, Γ. Παπανδρέου, τα Ιουλιανά και τη δικτατορία. Είναι η δεκαετία που τα έχει όλα. Το Noodstock, τους χίπις, τους Beatles, το Θεοδωράκη, το Χατζιδάκι αλλά και την πίστα. Τις βιτρίνες κοσμούν τα ρολόγια Ρόλεξ, τα τσιγάρα γίνονται «ανωτέρας ποιότητας», η coca cola αντικαθιστά τη γκαζόζα, το ταμ-ταμ και το Μπυράλ. Για διασκέδαση, υπάρχουν το τουίστ, το γιάνκα αλλά και τα σπάσιμο των πιάτων.

Βοήθημα στην εκπαίδευση προσφέρουν πλέον οι πρώτοι χρυσοδερματόδετοι τόμοι της μοντέρνας εγκυκλοπαίδειας Πάπυρος Λαρούς, ενώ για εξωσχολική εκπαίδευση υπάρχουν τα κόμικς, τα κλασικά παραμύθια, το κατηχητικό αλλά και οι πρώτοι ημιπαράνομοι κινηματογράφοι πορνό. Τα πρώτα μεγάλα Super Markets αρχίζουν να δείχνουν τα «δόντια τους» στα παραδοσιακά μπακάλικα. Οι άντρες αρχίζουν να δοκιμάζουν πολύχρωμα εσώρουχα, φορούν χίπικα μπλουζάκια αλλά και καμπάνες με ή χωρίς ρεβέρ που σκουπίζουν το πάτωμα, ξυρίζονται με Bic μιας χρήσεως, ενώ ηγετική μορφή στο σπίτι γίνεται ο άντρας με το «Black & Decker». Συνηθίζει ενδιάμεσα ή αφού ολοκληρώσει τον κύκλο των εργασιών του, να θαυμάζει τα μαστορέματα του, αδειάζοντας τη νέα μπύρα σε κουτί ή ουίσκι με πάγο. Τα παιδιά απολαμβάνουν τις μπλε σχολικές ποδιές τους με τους κατάλευκους γιακάδες πλυμένους με το «Ρολί», το νέο απορρυπαντικό της μαμάς που την κάνει ιδιαίτερα περήφανη. Τα παιδιά εκτός από τη μπλε σχολική στολή, βρίσκουν στοργή και στο «Προδέρμ», ενώ για τα βρέφη, τελειώνει η εποχή της μουμιοποίησης, αφού οι πάνες μιας χρήσεως αντικαθιστούν τις φασκιές.

Οι οικογένειες, μπροστά στην καθολικά ανανέωση και στον απότομο εκσυγχρονισμό, δείχνουν ευτυχισμένες. Τα σπίτια διαθέτουν μεγάλη ποικιλία ηλεκτρικών ειδών, έπιπλα με υφάσματα σε έντονους χρωματισμούς, πλαστικά λουλούδια στα βάζα και φερ φορζέ στις βεράντες. Πολλοί αρχίζουν να πετάνε τα παλιά έπιπλα της μαμάς στο πεζοδρόμιο για να τα μαζέψουν οι έξυπνοι και να τα πουλήσουν αργότερα ως αντίκες στα παλαιοπωλεία. Η ζωή περνά και χάνεται στις αντιφάσεις της. Οι πολιτικές συγκρούσεις αλλά και οι εσωτερικές συγκρούσεις στο μυαλό των ανθρώπων δεν βγάζουν νικητή.

Όσες οικογένειες διαθέτουν τηλεόραση, περιμένουν μέχρι τον εθνικό ύμνο και την υποστολή της σημαίας για να κοιμηθούν. Όλοι εκτός των μεγάλων παιδιών που στον κινηματογράφο της γειτονιάς, περιμένουν να τελειώσει η ταινία… «My name is Bond, James Bond»…

Στα αναγνωστικά του δημοτικού και στα αλφαβητάρια, την περίοδο 1940-1960, συμμετείχαν σπουδαίοι εικονογράφοι. Το 1945 το αναγνωστικό της Ε’ Δημοτικού επιμελείται ο ζωγράφος Σπύρος Βασιλείου. Τα σχολικά βιβλία του 1945, 1950, 1954 έχουν τη σφραγίδα του χαράκτη Τάσσου. Οι εικονογράφοι των αναγνωστικών βιβλίων της μεταπολεμικής περιόδου ανήκουν στον χαράκτη Κώστα Γραμματόπουλο. Ο Γραμματόπουλος εικονογραφεί το 1949 το «Το Αλφαβητάριο τα Καλά Παιδιά», του Επαμεινώνδα Γεραντώνη και το 1955 μέχρι το 1978, ο Γραμματόπουλος εικονογραφεί το «αλφαβητάριον» των Ι.Κ Γιαννέλη, Γ. Σακκά. Βιβλίο που αντιπροσωπεύει μια ολόκληρη εποχή και παρέμεινε στη μνήμη όλων μέχρι και σήμερα.

Η εικόνα της κοινωνίας σκιτσαρισμένη με λέξεις και εικόνες. Το «αλφαβητάριο» του Κώστα Γραμματόπουλου πραγματοποίησε 16 συνεχόμενες εκδόσεις. Η απόλυτα πετυχημένη σχεδίαση των εικόνων, έκανε τον Μίμη, τη Λόλα, την Άννα και την Έλλη ήρωες στις μαθητικές κοινωνίες και το βιβλίο που κυκλοφόρησε για 23 χρόνια σε τεράστιους αριθμούς αντιτύπων, σήμερα αποτελεί συλλεκτικό αντικείμενο.

Παιδικά βιβλία…

Ξεχωριστή θέση στις προτιμήσεις των παιδιών και τη δεκαετία του 1960, είχαν οι μύθοι του Αισώπου. Ο συνδυασμός Τερπνού και ηθικοπλαστικού περιεχομένου ήταν αυτός που εξασφάλισε στον Αίσωπο περίοπτη θέση και στις πρώτες βαθμίδες εγκύκλιας εκπαίδευσης.

Τη δεκαετία του 1960 συνεχίζει να κυκλοφορεί το περιοδικό «Η Διάπλασις των παίδων» που είχε ιδρύσει ο Γρηγόριος Ξενόπουλος από το 1879 και που η συμβολή του στην εξέλιξη της λογοτεχνίας για τα παιδιά είναι αναμφισβήτητη. Μέσα από τις σελίδες του περιοδικού στο διάστημα της μακρόχρονης ιστορίας του, πέρασαν πλήθος δόκιμοι πεζογράφοι και ποιητές, όπως ο Γεώργιος Βιζυηνός, που μίλησε στα παιδιά της εποχής, στη δημοτική γλώσσα, τη γλώσσα του σπιτιού τους, που άγγιζε τις παιδικές ψυχές τους.

Η ιδεολογική επίθεση των κόμικς…

Από τα μέσα περίπου της δεκαετίας του ’60, τα κόμικς έχουν την τιμητική τους. Είναι η περίοδος της μαζικής αμφισβήτησης δομών, θεσμών και πεποιθήσεων. Μαζί με την κοινωνία, την οικογένεια, το σχολείο, το πανεπιστήμιο, αλλάζει και ο ρόλος της τέχνης.

Η εικαστική και εκφραστική δυνατότητα των κόμικς παίρνει τη μορφή κοινωνικής έκρηξης. Τα περιοδικά κόμικς πληθαίνουν και γίνονται συνώνυμα της αμφισβήτησης και της ανατροπής. Έχοντας την αποδοχή του κόσμου, σταδιακά επιστρατεύονται και για εκπαιδευτικούς σκοπούς. Ο διαπρεπής φιλόλογος Φάνης Κακρίδης, «μαθαίνει» στον «Αστερίξ» να μιλάει αρχαία ελληνικά και έτσι εκδίδονται τρία τεύχη με τις περιπέτειες του Γαλάτη. «Ο Αστερίκιος εν Ολυμπία», «Μεταξύ ρόδου και ξίφους» και «Αστερίκιος και Κλεοπάτρα». Η γλώσσα του Αισχύλου και του Αριστοτέλη χρησιμοποιείται μέσω τον κόμικς σε κουβέντες, λογοπαίγνια και πειράγματα της καθημερινότητας. Αργότερα ο φιλόλογος Χ. Δάλκος και ο σκιτσογράφος Ν. Κατσέλης επιχειρούν μέσα από 12 κωμικογραφήματα να περιγράψουν και να εξηγήσουν ισάριθμα κεφάλαια του συντακτικού. Τη σκυτάλη παίρνουν 11 κωμωδίες του Αριστοφάνη, που γίνονται ανάγνωσμα για μικρούς και μεγάλους.

Το τρωκτικό που αγαπήσαμε…

Τον Οκτώβριο του 1927 στο Χόλυγουντ, ο Walt Disney ψάχνει πρωταγωνιστή για ταινία κινουμένων σχεδίων που ετοιμάζει σε ένα παλιό γκαράζ που έχει διαμορφώσει σε στούντιο. Ένα ποντίκι που εμφανίζεται μπροστά του, του δίνει τη μεγάλη ιδέα. Ένας ποντικός λοιπόν με μυαλό γάτας και μεγάλα ολοστρόγγυλα αυτιά θα ήταν ο ήρωάς του. Βαφτίστηκε Μόρτιμερ, όνομα όμως που προκάλεσε δυσφορία. Γιατί όχι Μίκυ; Στις 18 Νοεμβρίου του 1928, ο Μίκυ κάνει την εμφάνιση του στην πρώτη ηχητική ταινία κινουμένων σχεδίων. Από τότε ο Μίκυ γίνεται σταρ και αδιαφιλονίκητος βασιλιάς των καρτούν.

Στην Ελλάδα το πρώτο τεύχος «Μίκυ Μάους» έρχεται τον Ιούλιο του 1966 και κοστίζει τρεις δραχμές. Εκδότης του ήταν ο Ευάγγελος Τερζόπουλος που έβγαζε και το περιοδικό «Γυναίκα». Το πρώτο τεύχος, που αριθμούσε 52 σελίδες, είχε τίτλο «Στις πηγές των Μογγόλων». Στην πορεία προστέθηκαν και αρκετοί άλλοι χαρακτήρες-ήρωες, όπως ο θείος Σκρουτζ, ο εφευρέτης Κύρος Γρανάζης, ο Γκαστόνε, ο Μαύρος Πητ, η Μάτζικα ντε Σπελ, ο Ντόναλντ Ντακ και τα ανίψια του Χιούη, Λιούη, Ντιούη, ο Γκούφυ, ο Πλούτο και φυσικά η αγαπημένη του Μίκυ, Μίνι Μάους…

Στη γειτονιά με τους φίλους…

Τη δεκαετία του ’60 δεν υπήρχαν ακόμη PlayStations, Nintendo, υπολογιστές και Ίντερνετ. Υπήρχε η γειτονιά, οι φίλοι και μερικά παιχνίδια. Ότι είχε καταργηθεί ο τσίγκος από τα παιχνίδια λόγων της χρησιμοποίησης τοξικών για την επεξεργασία του αλλά και της αιχμηρότητάς του.

Τα τσίγκινα αυτοκίνητα, λεωφορεία και ζωάκια αντικαθιστώνται με πλαστικό και βινύλιο. Τα «made in Japan» παιχνίδια αρχίζουν σιγά σιγά να γεμίζουν την αγορά. Αυτοκίνητα, ρομπότ αλλά και διαστημόπλοια που λειτουργούν πλέον με μπαταρία και όχι κουρδιστά, εντυπωσιάζουν τα παιδιά της εποχής, Της μόδας για πολλά χρόνια ήταν και τα view master, γυαλιά σε σχήμα κουτιού που μπορείς μέσα τους να δεις 3-D φιλμ. Η Barbie είχε αρχίσει να κυκλοφορεί στο εξωτερικό, αλλά στην Ελλάδα κυκλοφορούσαν ακόμη πλαστικές ή από βινύλιο, έχοντας όμως μια πλήρη γκαρνταρόμπα.

Οι εταιρείες κατασκευής παιχνιδιών Λύρα και El Greco, προσαρμόζουν τις κατασκευές τους στα ξένα πρότυπα. Από τα επιτραπέζια παιχνίδια τα πιο συνηθισμένα είναι το φιδάκι και ο γκρινιάρης. Για τα κορίτσια, εκτός από τις πλαστικές κούκλες, υπάρχουν και οι πάνινες, χειροποίητες που φτιάχνει η μητέρα από ένα μικρό κομμάτι σεντόνι που το γεμίζουν με βαμβάκι.

Το παραδοσιακό παιχνίδι της γειτονιάς βέβαια έχει την τιμητική του. Ποδόσφαιρο, κουτσό, ξυλίκι, πόλεμος με αυτοσχέδια ξύλινα όπλα, βώλοι, σφεντόνα και σβούρα. Το να έχεις μια σβούρα στην τσέπη ήταν πολύτιμο απόκτημα. Από τα πιο αγαπημένα παιχνίδια των παιδιών σε όλους τους πολιτισμούς της γης. Η αρχαιότερη μάλιστα γραπτή αναφορά στη σβούρα γίνεται από τον Όμηρο στην Ιλιάδα.

Λίγα πράγματα μπορούν να αποσπάσουν την προσοχή των παιδιών από το παιχνίδι και να το διακόψουν προσωρινά.

 

 

1970-1980. Λύτρωση, αποκατάσταση, μετάβαση και μεταμόρφωση

 

Η δεκαετία του ’70 ήταν πλούσια σε αλλαγές, μεταμορφώσεις, αντιφάσεις και υπερβολές. Η πτώση της δικτατορίας, το Πολυτεχνείο, η κυπριακή τραγωδία, ή ένταξη στην ΕΟΚ, πρωταγωνιστούν στην πολιτική ζωή. Οι συνοικίες μεγαλώνουν, οι γειτονιές μικραίνουν, οι αλάνες περιορίζονται, οι τελευταίοι της επαρχίας μετακομίζουν στα αστικά κέντρα. Οι οικοδομές αλλάζουν την εικόνα των μεγάλων πόλεων, ο πληθυσμός αυξάνεται. Οι αποστάσεις μεταξύ των ανθρώπων μεγαλώνουν. Οι πόλεις μεγαλώνουν. Τα αυτοκίνητα πληθαίνουν και πόλεις ξαναμικραίνουν. Η λύση έρχεται από τη διαπλάτυνση των δρόμων και τους ανισόπεδους κόμβους. Το πρόβλημα φέρνει τη λύση και η λύση, ένα άλλο πρόβλημα. Καυσαέριο, μόλυνση, νέφος. Μεγάλες πολυκατοικίες, ουρανοξύστες και εμπορικά κέντρα. Τα ράφια των σούπερ μάρκετς πολλαπλασιάζονται για να υποδεχθούν νέα προϊόντα. Σημασία, δεν έχει το φαγητό αλλά η εικόνα του. Τα ηλεκτρικά ψυγεία στο σπίτι έχουν γεμίσει και το φετίχ πλέον είναι οι μάρκες των προϊόντων.

Η τηλεόραση παίζει καταλυτικό ρόλο ως προς την επιλογή της μάρκας και του πακέτου. Το περιεχόμενο περνά σε δεύτερη μοίρα αφού ήδη «τα φαγητά σε πακέτα» έχουν έτοιμες λύσεις και η «διανομή κατ’ οίκον» είναι πλέον δείγμα μιμητισμού, επίδειξης και μαζικής συμπεριφοράς. Η τηλεόραση στα πάνω της. Μέχρι το 1974, η λογοκρισία ήταν νόμος. Η στρατιωτική ηγεσία έκοβε κεφάλια όταν τη δυσαρεστούσε κάτι. Ανάμεσα στις πατριωτικές εκπομπές, «οι ουρανοί είναι δικοί μας», με στιγμιότυπα από τις δραστηριότητες της Πολεμικής Αεροπορίας. Το 1975, το τηλεοπτικό κοινό «υποκλίνεται» στον τρομερό συνταγματάρχη Βαρτάνη. Η τηλεθέαση της θρυλικής σειράς του Ν. Φώσκολου «Ο άγνωστος πόλεμος» αγγίζει το 83%. Το 1975 ο Βασ. Γεωργιάδης διασκευάζει τηλεοπτικά το βιβλίο του Ν. Καζαντζάκη «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται». Ο Ερ. Ανδρέου διασκευάζει έργα του Γρ. Ξενόπουλου, ενώ ακολουθούν το «Λούνα Παρκ», το «Εκείνος και Εκείνος», όπου το 1972-1974 αποτελεί το πρώτο δείγμα τηλεοπτικής αντίστασης κατά της δικτατορίας. Από το 1969 έχει ξεκινήσει και η εκπομπή του αξέχαστου Φρέντυ Γερμανού «Αλάτι και Πιπέρι» ενώ το 1966, στις 27 Μαΐου για πρώτη φορά ο πρωτοπόρος αθλητικογράφος Γιάννης Διακογιάννης παρουσιάζει στους διψασμένους φιλάθλους το Παγκόσμιο Κύπελλο της Αγγλίας.

Τηλεοπτικές σειρές που προκάλεσαν αίσθηση τη δεκαετία του ’70 ήταν «Η γειτονιά μας», «ο συμβολαιογράφος», «το Λεμονοδάσος», «Οι δίκαιοι», η «Μαντάμ Σουσού», «Ο παράξενος ταξιδιώτης», «Γιούγκερμαν», «Οι πανθέοι» κλπ.

Τα «παιδιά των λουλουδιών» επηρεάζουν τη μόδα. Τα τζιν γίνονται ιδιαίτερα εφαρμοστά και σε συνδυασμό με τα δερμάτινα, τα T-shirt με τις στάμπες και τα εκκεντρικά κουρέματα ή τα μακριά μαλλιά, τα μπαλώματα και τα φαρδιά πουλόβερ χαρακτηρίζουν τη ρομαντική δεκαετία των ’70. Στο χώρο της μουσικής, με τη μεταπολίτευση η ελληνική κοινωνία οδηγείται σε μια μονομερή ανάπτυξη του είδους που ονομάστηκε «πολιτικό τραγούδι». Η περίοδος της μεταπολίτευσης σημαδεύεται από την πλήρη επανακυκλοφορία όλου του υλικού του Μίκη Θεοδωράκη. Αρκετοί ακόμη συνθέτες κυκλοφορούν υλικό που είχε απορριφθεί από τη λογοκρισία της Χούντας. Ανάμεσά τους ο Λοΐζος, ο Λεοντής και ο Μούτσης. Το πολιτικό κλίμα της μεταπολίτευσης φέρνει στο προσκήνιο και άλλες δημιουργικές δυνάμεις και μουσικά ρεύματα όπως τους Θάνο Μικρούτσικο, Ηλία Ανδριόπουλο αλλά και Διονύση Σαββόπουλο, Λουκ. Κηλαϊδόνη, Μανώλη Ρασούλη, Νίκο Ξυδάκη και άλλους. Κυρίαρχη θέση στα μουσικά πράγματα της εποχής, έχει και ο Μάνος Χατζιδάκις που από το 1976 μέχρι το 1982 συμβάλει καθοριστικά στην αναδιαμόρφωση του μουσικού τοπίου ως διεθνής της κρατικής Ορχήστρας Αθηνών.

Στον εργασιακό χώρο οι Έλληνες εργάζονται πλέον 5 ημέρες την εβδομάδα. Για τα Σαββατοκύριακα αρχίζουν να σχεδιάζονται τα πρώτα Weekend και να γίνονται πράξη τα όνειρα. Για εξοχικό, λυόμενο, τροχόσπιτο και φουσκωτό. Στα γήπεδα η Ελλάδα αναστενάζει. Από το «έμπαινε Γιούτσο», οι οπαδοί περνούν στο «Υβ, Υβ» και από κει στο «στην μπάντα, στην μπάντα, έρχεται ο Λοσάντα». Η διασκέδαση τη νύχτα έχει παραλία, Εθνική Οδό, disco αλλά και μπουάτ. Έχει αμερικάνικα τσιγάρα, ουίσκι και κοσμικότητες, έχει και υψωμένες γροθιές και αντίσταση από κεκτημένη ταχύτητα. «Τα αντάρτικα» του Πάνου Τζαβέλα, αφήνουν υποσχέσεις για αλλαγές στις αξίες, τα ήθη και τη νοοτροπία, αλλά λίγα χρόνια μετά θα αποδειχθεί περίτρανα ότι για μια ακόμη φορά «φταίει το σύστημα».  Η Ελλάδα αρχίζει πλέον να ζει την εποχή του… Ψεκάστε… Σκουπίστε… Τελειώσατε αλλά και «στη γεύση του Marlboro».