Κάθε ελληνική τοπική φορεσιά είναι ένα σύνολο ενδυμάτων, που χαρακτηρίζει μια ομάδα ανθρώπων που ζουν μέσα στον ελληνικό χώρο. Οι τοπικές φορεσιές όπως εξελίχθηκαν από το Βυζαντινή Αυτοκρατορία και πέρα, δεν έχουν καμιά σχέση με τα αρχαιοελληνικά ενδύματα.  Έχουν τολμηρούς χρωματικούς συνδυασμούς και παρουσιάζουν συχνά μεγάλη φαντασία στον τρόπο πού φοριούνται τα διάφορα τμήματα τους και στα χίλια δύο στολίδια πού τις ποικίλλουν.

 Κρητική ενδυμασία           

Οι ιστορικές αναφορές για την κρητική ενδυμασία ανάγονται στη μινωική ακόμα εποχή. Το αίτημα των γυναικών για επιμελημένη εμφάνιση φαίνεται να ανταποκρίνεται λιγότερο στην ανάγκη τους για προσωπική αισθητική αναζήτηση, και περισσότερο για διάκριση σε κοινωνικό, πολιτικό ή θρησκευτικό επίπεδο, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που το ίδιο αίτημα λειτουργεί και ως ένδειξη «δήλωσης συμμετοχής» στις δράσεις μιας ομάδας.

Η «μόδα» στη μινωική Κρήτη, σε μια κοινωνία προηγμένη και ιδιαιτέρως ευαισθητοποιημένη σε θέματα ελέγχου της εικόνας των μελών της, ιδίως των γυναικών – όπως άλλωστε μαρτυρούν οι απεικονίσεις των γυναικών της μεσο-ανώτερης κοινωνικής τάξης σε αρχαιολογικά ευρήματα της εποχής- περιελάμβανε τα πάντα: είδη ένδυσης και υπόδησης, κοσμήματα, κόμμωση, και καλλυντικά φροντίδας προσώπου και σώματος, όπως είναι οι βαφές και τα αρώματα.
Η επίσημη γυναικεία ενδυμασία της μινωικής περιόδου διακρίνεται για την εκζήτησή της τόσο σε σχέση με την αντίστοιχη ανδρική της ίδιας εποχής, όσο και με τη γυναικεία ενδυμασία της μεταγενέστερης κλασικής και ελληνιστικής εποχής στον ελληνορωμαϊκό κόσμο. Πιο συγκεκριμένα, η μινωίτισσα δεν επιλέγει τη λιτότητα που χαρακτηρίζει το ανδρικό μινωικό ένδυμα, ούτε όμως και τις πολυάριθμες πτυχώσεις και τα πέπλα που αποτελούν τα κύρια γνωρίσματα της ενδυμασίας των γυναικών στην αρχαία Ελλάδα και Ρώμη…

ΟΙ ΚΡΗΤΙΚΕΣ ΦΟΡΕΣΙΕΣ

Του Ιωάννη Θεμ. Τσουχλαράκη

Πολιτισμολόγου – Συγγραφέα

Η ΑΝΔΡΙΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ

Σύμφωνα με τις υπάρχουσες πηγές, οι Κρήτες για δύο αιώνες μετά τη βενετσιάνικη κατάκτηση (1204) συνέχισαν να κρατούν το βυζαντινό ένδυμα που φόρεσαν μετά την απελευθέρωση της Κρήτης από τους Σαρακηνούς (961).  Κατόπιν άρχισαν να ντύνονται με τη βενετσιάνικη μόδα.

Όπως φαίνεται, η ανδρική παραδοσιακή φορεσιά με την πτυχωτή βράκα, το γελέκι, το μεϊτάνι  και τα στιβάνια κάνει την εμφάνισή της στις αρχές του 16ου αιώνα.  Η προέλευση της βράκας απασχόλησε πολλούς.  Η άποψη ότι η βράκα ήταν άγνωστη στην Κρήτη πριν από την τουρκική κατάκτησή της δεν ευσταθεί. Στο έργο Η προσκύνησις των Μάγων του περίφημου  Κρητικού ζωγράφου Μιχαήλ Δαμασκηνού (1535-1593), μεταξύ άλλων απεικονίζεται, σε πρώτο πλάνο, ένα παιδάκι, που φορά βράκα με πτυχώσεις (βλ. Ιωάννη Θεμ. Τσουχλαράκη, «Μιχαήλ Δαμασκηνός, Η Προσκύνησις των Μάγων, 16ος αιώνας, Συλλογή Αγίας Αικατερίνης, Ηράκλειο Κρήτης», στο Έργα Κρητών ζωγράφων 15ου – 17ου αιώνα, Πανελλήνια ομοσπονδία Κρητικών Σωματείων, Αθήνα 2006.

Το πιο πιθανό είναι να παρέλαβαν οι Κρητικοί μια μορφή βράκας από τους πειρατές της Αλγερίας ή της Τύνιδας, καθώς είχαν έλθει σε κάποια επαφή.  Και αυτοί όμως την είχαν πάρει από τους Καβίλους της ορεινής περιοχής Τζουρτζούρα της Αλγερίας, και συγκεκριμένα από τη φυλή των Ζουάβα, η οποία  αποτελεί κλάδο της μεγάλης Βερβερικής φυλής και παραδοσιακά προμήθευε πολεμιστές στο Αλγέρι και στην Τύνιδα.  Αξιοπρόσεκτη είναι η καταπληκτική ομοιότητα της παραδοσιακής ανδρικής κρητικής φορεσιάς με την παραδοσιακή φορεσιά των ανδρών της φυλής των Ζουάβα.

Την ανδρική παραδοσιακή γιορτινή ενδυμασία της Κρήτης ράβουν και κεντούν ειδικοί ραφτάδες, που ονομάζονται τερζήδες. Το διακοσμητικό κέντημα γίνεται με βαθυκύανα ή μαύρα μεταξωτά στριφτά κορδονέτα (ποτέ με χρυσά), που λέγονται χάρτζα.  Τα χάρτζα φτιάχνονταν και πουλιόνταν από ειδικούς τεχνίτες, τους καζάζηδες, ή τα έφερναν έμποροι και τερζήδες από την Αίγυπτο.

Η σκολινή ανδρική φορεσιά περιλαμβάνει τα εξής τεμάχια: βράκα, κάλτσες, γελέκι (κλειστό ή ανοιχτό), μεϊτάνι (χειριδωτός επενδύτης), καπότο (κάπα), πουκάμισο, ζώνη, σπαστό φέσι, ή μαντήλι, ασημομάχαιρο, καδένα και στιβάνια.

Το χαρακτηριστικό στοιχείο της φορεσιάς είναι η βράκα.  Στη Δυτική Κρήτη την ονομάζουν κάρτσα, ενώ στην Ανατολική  σ(χ)ιαλβάρι. Επικράτησε, όμως, σε ολόκληρη την Κρήτη να λέγεται, χρησιμοποιώντας τον πληθυντικό των όρων, βράκες ή σαλβάρια, και να εννοείται με αυτό το σύνολο της φορεσιάς.

ΤΟ ΑΝΔΡΙΚΟ ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ

Το παραδοσιακό γιορτινό πουκάμισο του Κρητικού, υφαντό, μεταξωτό  ή βαμβακερό, έχει χρώμα κυρίως άσπρο.  Βέβαια, φορέθηκαν πουκάμισα  και σε άλλους χρωματισμούς, όπως φορέθηκαν και πουκάμισα ριγέ ή καρό. Ποτέ, όμως, δεν φορούσαν οι Κρητικοί μαύρο πουκάμισο στους γάμους, στους αρραβώνες, στα βαπτίσια, στις χαρές, στις γιορτές και στα πανηγύρια, γιατί ήταν δείγμα πένθους, θλιπτικό. Να σημειωθεί ότι, η σύγχρονη συνήθεια να φορούν οι Κρητικοί αδιακρίτως μαύρο πουκάμισο επικρατεί εδώ και μερικές μόλις δεκαετίες.

ΤΟ ΚΕΦΑΛΟΚΑΛΥΜΜΑ ΤΟΥ ΚΡΗΤΙΚΟΥ

Τα παραδοσιακά κεφαλοκαλύμματα της φορεσιάς είναι: το κόκκινο σπαστό τσόχινο φέσι με τη μαύρη φούντα, το σαρίκι, τις περισσότερες φορές υφαντό, αλλά και περίτεχνα κεντητό στο νομό Λασιθίου, το λεγόμενο μπολίδι, και ο κούκος ένα μάλλινο καλπάκι από αστραχάν. Μέχρι την εποχή του Μεσοπολέμου οι Κρητικοί με τη σχολινή φορεσιά έβαζαν κυρίως το σπαστό κόκκινο φέσι με τη μακριά φούντα, το οποίο, να τονίσουμε ότι, δεν έχει καμιά σχέση με το κωνοειδές σκληρό φέσι των Τούρκων.

Φορούσαν επίσης, το μεγάλο σαρίκι, στην ουσία μία μεγάλη μαντήλα, όχι απαραίτητα μαύρη, που πριν πάρει το τούρκικο όνομα σαρίκι λεγόταν πέτσα.  Είδος πέτσας φορούσαν οι Κρητικοί από  τα τέλη του 15ου αιώνα.  Την τύλιγαν στο κεφάλι τους και άφηναν τις άκρες να πέφτουν στους ώμους, εμπρός και πίσω.  Πιο παλιά την τύλιγαν στο λαιμό, είχε φαρδύτερες άκρες, που έπεφταν στους ώμους, και την έλεγαν στόλα.  Η πέτσα ονομαζόταν και τζεβρές, όταν οι Τούρκοι κατέλαβαν την Κρήτη.  Το σαρίκι (μαντήλα), παλαιότερα, ήταν ένα μακρόστενο μεταξωτό πολύχρωμο μαντήλι, το περίφημο λαχουρί, με το οποίο αρκετοί Κρήτες τύλιγαν το σπαστό κόκκινο φέσι τους.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, όπως διαπιστώνουμε από τις δεκάδες φωτογραφίες και χαρακτικά που έχουν διασωθεί, όλοι σχεδόν οι αρχηγοί και οπλαρχηγοί των Κρητικών Επαναστάσεων, από όλη την Κρήτη, φορούσαν το σπαστό φέσι με τη μακριά φούντα. Και είναι σίγουρο ότι αυτοί δεν θα έβαζαν στο κεφάλι τους κάτι τούρκικο, κάτι που δεν θα ήταν σύμφωνο με τη μακραίωνη παράδοση του τόπου τους.

ΤΟ ΑΝΔΡΙΚΟ ΜΕΣΟΜΑΧΑΙΡΟ

Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της φορεσιάς είναι το ασημομάχαιρο.  Στα χρόνια της Βενετοκρατίας λεγόταν (μ)πουνιάλο.  Επί Τουρκοκρατίας λεγόταν πασαλής ή πασαλί.  Το τυπικό  μαχαίρι με τη μορφή που διατηρήθηκε μέχρι σήμερα παρουσιάστηκε στα τέλη του 18ου αιώνα.  Η λαβή ονομάζεται μανίκα και εμφανίζεται σε ποικιλία σχημάτων.  Η πιο διαδεδομένη μορφή είναι αυτή που το τελείωμα της λαβής έχει σχήμα ουράς ψαριού ή αλλιώς σχήμα V. Τα μαχαίρια με τις σκουρόχρωμες κεράτινες λαβές ονομάζονται μαυρομάνικα. Το μαυρομάνικο μαχαίρι παλαιότερα λεγόταν και σκουρομαχαίρα.  Η θήκη του μαχαιριού στην επίσημη φορεσιά ονομάζεται φουκάρι.  Είναι ασημένια καλαμιστή, δηλαδή σκαλισμένη με το καλέμι.  Το ασημένιο φουκάρι είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακό και παρουσιάζει μεγάλη αισθητική αξία με πλουσιότατη διακόσμηση.  Αποτελεί το βασικό ανδρικό κόσμημα και δηλώνει την κοινωνική θέση και την οικονομική κατάσταση του Κρητικού που το φοράει.  Χαρακτηρίζει τους καλόσειρους, δηλαδή τα ξεχωριστά πρόσωπα.  Τα ασημένια μαχαίρια αποτελούσαν ιερό και αναπόσπαστο μέρος του οπλισμού και της εξάρτησης των  πολεμιστών.  Μεγάλη ήταν και η συμβολική αξία του μαχαιριού στην κοινωνική ζωή των Κρητικών.

Η «ΧΡΥΣΟΠΟΙΚΙΛΤΗ» ΝΟΘΕΥΣΗ

ΤΗΣ ΑΝΔΡΙΚΗΣ ΚΡΗΤΙΚΗΣ ΦΟΡΕΣΙΑΣ

Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια υπάρχουν ορισμένοι που προβάλλουν την ανδρική κρητική φορεσιά χρυσοκεντημένη και την εμφανίζουν ως επίσημη ή γαμπριάτικη. Το χειρότερο είναι ότι επικαλούνται δήθεν επιστημονικές αναφορές και μουσειακές επικυρώσεις, οι οποίες, ωστόσο, χαρακτηρίζονται από έλλειψη ιστορικότητας. Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή, για να δούμε πως καταλήξαμε σε αυτό το «επίσημο» ιστορικολαογραφικό ολίσθημα.

Από το 16ο αιώνα, οπότε έκανε την εμφάνισή της στην Κρήτη η ανδρική φορεσιά (με τη βράκα, το γελέκι και το μεϊτάνι), και μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι οι Χριστιανοί Κρήτες φορούσαν χρυσοκεντημένα ρούχα. Μόνο οι αγάδες και οι εύποροι Τουρκοκρητικοί φορούσαν χρυσοποίκιλτα σαλβάρια, στα πρότυπα των τουρκικών ενδυμασιών.

Το χρυσό κέντημα στα ρούχα Χριστιανών Κρητικών εμφανίζεται για πρώτη φορά στη στολή των Καβάσηδων, δηλαδή του επίλεκτου σώματος σωματοφυλάκων του ύπατου αρμοστή της Κρήτης, πρίγκιπα της Ελλάδος Γεωργίου, στις αρχές της περιόδου της Αυτονομίας της Κρήτης (1898-1913). Να τονίσουμε, βέβαια, ότι η επιλογή του χρυσού διακόσμου στα ρούχα των Καβάσηδων δεν έγινε καθόλου τυχαία. Σε μια εποχή που η Κρήτη τελούσε υπό την υψηλή επικυριαρχία του σουλτάνου και την προστασία των Μεγάλων Δυνάμεων το σώμα των Καβάσηδων είχε τουρκικές επιρροές και στην ονομασία και στη στολή του. Η λέξη καβάσης προέρχεται από την τουρκική λέξη cavas, που σημαίνει τον ένοπλο φρουρό του πασά ή της πρεσβείας, της παλαιάς Αυτοκρατορικής Τουρκίας, ντυμένο με εντυπωσιακή χρυσοκεντημένη στολή.

Η ενδυμασία των Καβάσηδων ενέπνευσε, κατά την περίοδο της πολιτικής διένεξης Βενιζέλου – πρίγκηπα Γεωργίου (1901-06), σε ορισμένους «πριγκηπικούς», δηλαδή υποστηρικτές του ύπατου αρμοστή, τη μόδα του χρυσοκεντημένου σαλβαριού, ως δηλωτικό  των πολιτικών τους πεποιθήσεων. Μια μόδα που έπεσε στην αφάνεια, όπως και οι Καβάσηδες, μετά την αποχώρηση του πρίγκιπα στα 1906.

Λίγες δεκαετίες αργότερα (δεκαετία του 50’), η χρυσοκεντημένη ανδρική φορεσιά κάνει πάλι την εμφάνισή της, ατυχώς, μέσω της Αγγελικής Χατζημιχάλη, κατά τα άλλα άξιας λαογράφου, επιμελήτριας του υλικού παραδοσιακών ελληνικών ενδυμασιών του Μουσείου Μπενάκη. Η Χατζημιχάλη, έχοντας στα χέρια της μια ανδρική χρυσοποίκιλτη κρητική φορεσιά (κάτοχος της οποίας εμφανίζεται ο Αντώνιος Μπενάκης, ιδρυτής του ομώνυμου Μουσείου), χωρίς ποτέ να κάνει επιτόπια έρευνα στη Μεγαλόνησο, παρασύρεται και τη χαρακτηρίζει αστική – γιορτινή –  γαμπριάτικη. Μια άποψη πέρα για πέρα λανθασμένη, αφού όπως είπαμε κανένας Κρητικός πριν από τις αρχές του 20ου αιώνα δεν φόρεσε φορεσιά με χρυσά χάρτζα (κεντήματα), εκτός από τους Τούρκους ή τους εξωμότες Κρητικούς.

Η ενδυμασία αυτή, πιθανόν κάποιου πριγκηπικού ή ακόμη και Τουρκοκρητικού από τον οποίο είχε αγοραστεί, έγινε πίνακας. Τον ζωγράφισε ο Claus Sperling για λογαριασμό του Μουσείου Μπενάκη. Κατόπιν αναπαράχθηκε σε 300 λιθογραφικά αντίγραφα, που κυκλοφόρησαν σε λεύκωμα, το οποίο εκδόθηκε το 1954 από το Μουσείο με τον τίτλο Ελληνικαί Εθνικαί Ενδυμασίαι.  Η λιθογραφία έχει τον τίτλο «Αστική Κρήτης» και στον τόμο με τα κείμενα παρουσιάζεται ως η γαμπριάτικη φορεσιά του κρητικού. ‘Όπως είπαμε, τα κείμενα υπογράφει η Αγγελική Χατζημιχάλη.  Από τότε λοιπόν, σιγά – σιγά, «νομιμοποιημένα» και «έγκυρα» πλέον,  άρχισε να προβάλλεται το «κατασκεύασμα» της χρυσοκέντητης ανδρικής κρητικής φορεσιάς, παρασύροντας τους ειδικούς, που αντιγράφουν τη Χατζημιχάλη, και τους μη ειδικούς, που παίρνουν ως πρότυπο την εν λόγω φορεσιά του Μουσείου, σε ένα, άνευ προηγουμένου, ιστορικολαογραφικό ολίσθημα.

Την ίδια εποχή, μέσα περίπου της δεκαετίας του ΄50, το χρυσό κέντημα στην κρητική φορεσιά προβλήθηκε εκ νέου, όταν συστάθηκε σώμα «Κρητοβρακοφορεμένων» στον Στρατιωτικό Οίκο της Αυτού Μεγαλειότης (Σ.Ο.Α.Μ.), όπως λεγόταν τότε η Ανακτορική Φρουρά. Ο σχεδιασμός της στολής του σώματος αυτού στηρίχθηκε στην παραδοσιακή φορεσιά των Κρητών, στη στολή της Κρητικής Χωροφυλακής και την ενδυμασία των Καβάσηδων. Από τη δεύτερη δανείστηκε το κόκκινο γελέκι και τον τύπο διακόσμησης του μ(ε)ιτανιού. Από την τρίτη την απόχρωση του διακόσμού της. Έτσι, τα λευκά σιρίτια των Κρητικών Χωροφυλάκων έγιναν τα χρυσαφί των Καβάσηδων και προέκυψε αυτό που, μέχρι σήμερα, κοσμεί τα ρούχα των βρακοφόρων του Προεδρικού Μεγάρου.

Το γεγονός ότι ονομαστοί καλλιτέχνες της κρητικής μουσικής και του χορού (Αλέκος Καραβίτης, Κώστας Μουντάκης, Μύρωνας Σαπουντζής, Κωνσταντίνος Παπαδάκης-Ναύτης κ.ά.) φόρεσαν χρυσοκεντημένα μ(ε)ιτανογέλεκα δεν κατοχυρώνει την παραδοσιακότητα των ρούχων αυτών.  Το έπραξαν στο πλαίσιο της καλλιτεχνικής τους ιδιότητάς τους, γνωρίζοντας ότι τα ρούχα αυτά δεν ήταν παραδοσιακά.

Το ίδιο ανίσχυρη είναι και η επιχειρηματολογία υπέρ της καθιέρωσης του χρυσοκέντητου, που προκύπτει από τις μερικές, ακόμη, αγιογραφίες της τελευταίας εικοσαετίας, στις οποίες απεικονίζονται Κρήτες Άγιοι με χρυσοκέντητα ρούχα. Οι ελάχιστοι τέτοιοι αγιογραφούντες το πράττουν χωρίς πρότυπο, αυθαιρετώντας κι αυτοί, ίσως παρασυρμένοι από το διαμορφούμενο συρμό και τις απαιτήσεις των ανιστόρητων πελατών τους.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Κρήτη ευτύχησε να «φιλοξενήσει» την τέχνη της φωτογραφίας από τα μέσα σχεδόν του 19ου αιώνα. Το μεγάλο πλήθος των εικονογραφικών πηγών, με απεικονίσεις των μεγαλύτερων προσωπικοτήτων των Κρητικών Επαναστάσεων, καταδεικνύει ότι το χρυσό κέντημα ήταν και είναι ξένο ως προς την κρητική ανδρική φορεσιά. Το επιχείρημα ότι κόστιζε περισσότερο και γι αυτό δεν το παράγγελναν οι Κρητικοί, που ήταν φτωχοί, είναι επιεικώς γελοίο, αφού όσοι ασχολούνται σοβαρά με το αντικείμενο γνωρίζουν ότι το μεγάλο κόστος της ενδυμασίας ήταν και είναι κυρίως κόστος (χειροποίητης) εργασίας και όχι, τόσο, κόστος υλικών. Εξάλλου, τα μαύρα ή βαθυκύανα μεταξωτά στριφτά κορδονέτα με τα οποία κεντιόταν η φορεσιά ήταν έτσι κι αλλιώς ακριβά. (Βλ. επίσης, Ιωάννη Θεμ. Τσουχλαράκη, «Χρυσοκέντητη ανδρική φορεσιά, μια μεγάλη παρερμηνεία», στο Ιχνηλατώντας την κρητική παράδοση στο χθες και το σήμερα, Πανελλήνια ομοσπονδία Κρητικών Σωματείων, Αθήνα 2011).

ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΙΕΣ ΦΟΡΕΣΙΕΣ

Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, παρ΄ ότι από το 1204 η Κρήτη ενετοκρατείται, η Κρητικιά αρχόντισσα διατήρησε το βυζαντινό φόρεμα για δυόμισι αιώνες μετά, έως την πτώση της Κωνσταντινούπολης (1453), και μάλιστα ένα φόρεμα παλαιό, όπως αυτό του 10ου αιώνα.  Από την κατάλυση, όμως, της βυζαντινής αυτοκρατορίας και έπειτα, η κρητική γυναικεία φορεσιά αλλάζει, καθώς εξελίσσεται σύμφωνα με τις βενετσιάνικες επιδράσεις. Οι Κρητικές ντύνονται, λοιπόν, ποικιλόμορφα και δεν τηρούν συγκεκριμένη μόδα και έτσι βλέπουμε στην Κρήτη, την ίδια περίοδο, να φοριούνται ποικίλα ενδύματα.

ΤΟ ΠΑΝΩΚΟΡΜΙ ΣΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΙΕΣ ΦΟΡΕΣΙΕΣ

Η αλλαγή στο φόρεμα της Κρητικοπούλας επήλθε  το τελευταίο τέταρτο του 16ου αιώνα με την είσοδο της ανδρικής φορεσιάς στην Κρήτη.  Έτσι, οι νέες κοπέλες πήραν από τα ρούχα των ανδρών το μεϊτάνι, που τότε το έλεγαν ζιπόνι. Παράλληλα, αυτήν την εποχή παρουσιάζεται και το αχειρίδωτο (χωρίς μανίκια)  περιστήθιο, που ονομάζεται κορπέτο. Λίγο μετά, στα τέλη του 16ου αιώνα, στις ανατολικές επαρχίες εμφανίζεται η σαλταμάργκα, μια ευρύχωρη αχειρίδωτη ζακέτα, τελείως ανοιχτή μπροστά, μακριά, που φθάνει μέχρι τους γοφούς.

Όταν αργότερα η σαλταμάργκα  έκλεισε πάνω στο στομάχι με πόρπη, που την έκανε να μοιάζει με ένα μακρύ κορπέτο, ονομάστηκε φέρμελη.  Να σημειωθεί ότι, το ζιπόνι με τα χρόνια το είπαν και κοντόχι. Στα Ανώγεια το λένε  και μπόλκα, ενώ στην Κεντρική και Ανατολική Κρήτη ονομάζεται αλλού μπαχριέ, αλλού σάκος.  Από τη στιγμή που το ζιπόνι άρχισε να κεντιέται με χρυσοκλωστές και να γεμίζει από χρυσά κεντήματα το είπαν χρυσοζίπονο.

ΤΟ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟ ΜΑΧΑΙΡΑΚΙ

Αναπόσπαστο στοιχείο της φορεσιάς για  την αρραβωνιασμένη κόρη ή την παντρεμένη γυναίκα της Δυτικής και Κεντρικής Κρήτης είναι το (μ)πασαλάκι.  Λέγεται και αργυρομπουνιαλάκι. Είναι το αργυροποίκιλτο μαχαιράκι με ασημένιο φουκάρι (θήκη), μικρογραφία του ανδρικού μαχαιριού. Αποτελεί παραδοσιακό δώρο, με πολλούς συμβολισμούς, του μνηστήρα στην αρραβωνιασμένη, η οποία έκτοτε το φορεί στη ζώνη της.

ΤΟ ΚΕΦΑΛΟΚΑΛΥΜΜΑ ΤΗΣ ΚΡΗΤΙΚΙΑΣ

Κεφαλοκάλυμμα της Κρητικιάς, σε όλη την Κρήτη, ήταν το μεταξοΰφαντο μαντήλι. Όταν αυτό ήταν ένας διάφανος χρυσοστόλιστος λευκός πέπλος, με πάνω του επιρραμένα διάσπαρτα χρυσά νομίσματα, το έλεγαν χρυσόπλεκτο.  Σε όλη τη Δυτική Κρήτη, εκτός από το μεταξοΰφαντο μαντήλι, φορούσαν και ένα κόκκινο φεσάκι με μικρή φούντα, σκεπασμένο με μαύρο τούλι, που το έλεγαν παπάζι.

Κατά το δεύτερο τέταρτο του 19ου αιώνα στις δυτικές επαρχίες έκανε την εμφάνισή του και το βελιό, που το έλεγαν και φακιόλι ή φατσόλι. Είναι μια βελούδινη μικρή σκούφια σε βυσσινί χρώμα με μαύρη δαντέλα στις παρυφές.  Το βελιό ήταν δείγμα οικονομικής άνεσης του γαμπρού, ο οποίος το πρόσφερε στη νύφη μαζί με άλλα γαμήλια δώρα. Στην Ανατολική Κρήτη στο κεφάλι φοριέται η σάλπα, που είναι ένα μακρόστενο λευκό βαμβακερό μαντήλι. Θυμίζει την πέτσα των ανδρών. Στην Κριτσά η σάλπα ονομάζεται βέλο. Λεγόταν, επίσης, και φατσολέτο ή φατσόλι, το οποίο όμως δεν πρέπει να συγχέεται με το βελιό ή το φατσόλι της Δυτικής Κρήτης.

ΒΑΣΙΚΟΙ ΤΥΠΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΙΩΝ ΦΟΡΕΣΙΩΝ

Οι βασικοί τύποι των γιορτινών γυναικείων ενδυμασιών της Κρήτης, που έφθασαν μέχρι τις αρχές του 20ου   αιώνα, οπότε τις παραλάβαμε, είναι: η Φορεσιά με ζιπόνι και φουστάνι, η Σάρτζα, η Κούδα και το Σακοφούστανο. Από αυτές προέρχονται πολλές παραλλαγές ή τοπικές ονομασίες τους, όπως οι λεγόμενες Σφακιανή, Χανιώτικη, Ανωγειανή, Μεσσαρίτικη, Στειακιά, Ρεθεμνιώτικη, Κριτσιώτικη» κ.α., ονομασίες που δόθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες, χωρίς όμως αυτές να υποδηλώνουν προέλευση ή αποκλειστική χρήση. Αυτό έγινε κυρίως επειδή σε ταχυδρομικά δελτάρια που εκδόθηκαν γύρω στα 1900 και απεικόνιζαν γυναίκες από τα Σφακιά, τα Ανώγεια, τη Μεσαρά, τη Σητεία αναγραφόταν «Φορεσιά Σφακίων», «Φορεσιά Ανωγείων», «Φορεσιά Μεσσαράς», «Φορεσιά Σητείας», αντίστοιχα (βλ. τις εικόνες που παραθέτουμε παρακάτω). Την κατάσταση αυτή ενίσχυσαν και διάφορες φωτογραφίες της εποχής του Μεσοπολέμου, οι οποίες αποτέλεσαν πρότυπα για χρωμολιθογραφίες που δημιουργήθηκαν τότε, αλλά εκδόθηκαν μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, ατυχώς, με τοπωνυμικούς προσδιορισμούς. Να σημειωθεί ότι αρκετά στοιχεία από τις κρητικές φορεσιές, όπως η ζώνη και η ποδιά, προέρχονται άμεσα από τα βυζαντινά γυναικεία ρούχα του 11ου αιώνα, ενώ θα μπορούσαμε να πούμε πως σε κάποιες περιπτώσεις απηχούν ακόμα και τη μινωική εποχή.

Η ΦΟΡΕΣΙΑ ΜΕ ΖΙΠΟΝΙ ΚΑΙ ΦΟΥΣΤΑΝΙ

Η Φορεσιά με ζιπόνι και φουστάνι παρουσιάστηκε στις αρχές του 17ου αιώνα και φορέθηκε σε όλη σχεδόν την Κρήτη, ιδιαίτερα, όμως, στη Δυτική ως η πιο επίσημη, γιορτινή ή νυφιάτικη αστική. Είναι ο τύπος της ενδυμασία που τις τελευταίες δεκαετίες συχνά ακούγεται άλλοτε με την ονομασία «Σφακιανή» και άλλοτε ως «Χανιώτικη» παρασύροντας έτσι αρκετούς στο λανθασμένο συμπέρασμα ότι η φορεσιά προέρχεται από τα Σφακιά ή τα Χανιά ή ότι παλαιότερα φοριόταν μόνον εκεί. Είναι το είδος της φορεσιάς με τα παλαιότερα στοιχεία. Κάποια από αυτά απηχούν τη βενετσιάνικη μόδα των γυναικείων ρούχων του 15ου αιώνα.

Αποτελείται από το ζιπόνι, το μεταξωτό μακρύ πουκάμισο, τη φούστα ή το «ρούχο, όπως λέγεται το μακρύ μεταξωτό φουστάνι από στόφα ή δαμάσκο, το σπαλέτο (ένα μεταξωτό μαντήλι που δένεται στο λαιμό), τη μεταξωτή ζώνη, την ποδιά, το μπασαλάκι μέσα στη ζώνη και για κεφαλοκάλυμμα το μεταξοΰφαντο μαντήλι ή το παπάζι ή το βελιό που  όπως είπαμε, λέγεται  και φακιόλι ή φατσόλι. Το ζιπόνι της φορεσιάς αυτής φτιάχνεται σε διάφορα σχέδια και χρώματα.  Άλλοτε σκεπάζει το στήθος και έχει μπροστά μεγάλο άνοιγμα σε σχήμα V, άλλοτε αφήνει μεγάλο ημικυκλικό άνοιγμα με συνέπεια να μην καλύπτει το στήθος, άλλοτε έχει μισά μανίκια, άλλοτε ολόκληρα και άλλοτε αυτοτελή ξεχωριστά που στερεώνονται στους ώμους με θελιές και τα οποία έχουν σχισμές κατά μήκος τους, από το μπράτσο έως τον καρπό.  Όταν παλαιότερα με τη φορεσιά αυτή φοριόταν το χρυσόπλεκτο κεφαλομάντηλο, τότε όλη η ενδυμασία λεγόταν Χρυσόπλεκτο.

Η ΦΟΡΕΣΙΑ ΣΑΡΤΖΑ

Η φορεσιά Σάρτζα παρουσιάστηκε στα μέσα περίπου του 17ου αιώνα και φορέθηκε σε ολόκληρη την Κρήτη, ιδιαίτερα όμως στην Κεντρική, και ως επίσημη και ως καθημερινή. Συνήθιζαν να τη φορούν οι ψικαρούδες, δηλαδή οι κοπέλες που αποτελούσαν τη συνοδεία της νύφης, το ψίκι όπως λεγόταν. Είναι η ενδυμασία που τις τελευταίες δεκαετίες ακούγεται με την ονομασία  «ανωγειανή», παρασύροντας έτσι αρκετούς στο λανθασμένο συμπέρασμα ότι, η φορεσιά αυτή προέρχεται  από τα Ανώγεια της επαρχίας Μυλοποτάμου ή ότι παλαιότερα φοριόταν μόνον εκεί.

Το όνομα της ενδυμασίας προέρχεται από ένα βασικό κομμάτι – εξάρτημά της, σε σχήμα ποδιάς, που λέγεται σάρτζα.  Η λέξη σάρτζα δηλώνει είδος υφάσματος, της κοινής μάλλινης τσόχας. Ο όρος, προφανώς, προήλθε από το αραβικό εμιράτο Σάρτζα ή Σάρικα, που κατασκεύαζαν τα αρχικά υφάσματα, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για τη δημιουργία της σάρτζας (ποδιάς) ή γιατί εκεί οι ντόπιες φορούσαν έναν παρεμφερή τύπο φούστας – ποδιάς. Φαίνεται,  λοιπόν, ότι το είδος του υφάσματος έδωσε το όνομά του στο κομμάτι – εξάρτημα, που ήταν φτιαγμένο από αυτό, και στη συνέχεια σε ολόκληρο το φόρεμα. Να σημειωθεί ότι η σάρτζα δένεται στη μέση, καλύπτοντας το αριστερό πόδι, κι υπάρχουν διάφοροι τρόποι με τους οποίους φοριέται. Στη φορεσιά αυτή δεν περιλαμβάνεται φούστα, καθώς αυτή υποκαθίσταται από τη σάρτζα. Το σύνολο της φορεσιάς συγκροτούν: η σάρτζα,  το ζιπόνι, το μακρύ μεταξωτό πουκάμισο, η μακριά φουφουλωτή βράκα που φθάνει μέχρι κάτω στους αστραγάλους και φαίνεται, το γεμενί μαντήλι, δηλαδή το αραχνοΰφαντο μεταξωτό (άλλοτε βαμβακερό) κεφαλομάντηλο σε χρώμα ρουμπινί, η φαρδιά ζώνη, η ποδιά και το (μ)πασαλάκι.

Η ΦΟΡΕΣΙΑ ΚΟΥΔΑ

Στα μέσα του 17ου αιώνα, και σχεδόν ταυτόχρονα με την εμφάνιση της φορεσιάς Σάρτζα, παρουσιάζεται, στην Ανατολική Κρήτη όπως φαίνεται, η ενδυμασία Κούδα. Το όνομά της το πήρε και αυτή από ένα εξάρτημα σε σχήμα φούστας, που λέγεται κούδα από την ιταλική λέξη coda, που σημαίνει ουρά.  Από τον τρόπο με τον οποίο φοριέται η φούστα αυτή – η οποία να σημειωθεί πως αποτελεί εξέλιξη μιας βυζαντινής μόδας του 15ου αιώνα και της καρπέτας, μιας φούστας του 17ου αιώνα –  σχηματίζεται μια ιδιότυπη διακόσμηση, ένα μεγάλο drape, δηλαδή περικάλυψη με ύφασμα, που μοιάζει με ουρά.  Έτσι, το σχήμα της φούστας έδωσε το όνομα στο ρούχο και στη συνέχεια σε ολόκληρη την ενδυμασία.

Η Κούδα ακούγεται και ως  «στειακή», παρασύροντας έτσι αρκετούς στο λανθασμένο συμπέρασμα ότι, η φορεσιά αυτή προέρχεται  από τη Σητεία  Λασιθίου ή ότι παλαιότερα φοριόταν μόνον εκεί, ενώ λέγεται και φορεσιά Κριτσάς, επειδή φημολογείται ότι πρωτοεμφανίστηκε εκεί που βρίσκεται το σημερινό κεφαλοχώρι Κριτσά, στο νομό Λασιθίου. Η φορεσιά Κούδα αποτελείται από: τη φούστα κούδα, το ζιπόνι ή τη σαλταμάργκα ή τη φέρμελη, το μακρύ μεταξωτό πουκάμισο, τη μακριά, πλούσια κεντημένη, φουφουλωτή βράκα, που φθάνει μέχρι κάτω στους αστραγάλους και φαίνεται, τη μεταξωτή ζώνη, την ποδιά και για κεφαλοκάλυμμα τη σάλπα.

ΤΟ ΣΑΚΟΦΟΥΣΤΑΝΟ

Το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, φαίνεται πως παρουσιάστηκε ο τύπος του Σακοφούστανου, δηλαδή μία φορεσιά στην οποία σάκος (πανωκόρμι) και φουστάνι κατασκευάζονται από το ίδιο ύφασμα (είδος και χρώμα). Φορέθηκε κυρίως στην Ανατολική Κρήτη, στους νομούς Ηρακλείου και Λασιθίου, και επειδή ταχυδρομικά δελτάρια στα 1900, περίπου, απεικόνιζαν γυναίκες από τη Μεσσαρά Ηρακλείου να φορούν αυτόν το τύπο ενδυμασίας, τις τελευταίες δεκαετίες κάποιοι άρχισαν, ατυχώς, να μιλούν για Μεσσαρίτικη φορεσιά.

ΠΗΓΕΣ

Τσουχλαράκη Ιωάννη Θεμ., Η ιστορία και η λαογραφία της κρητικής φορεσιάς, Κλασικές Εκδόσεις, Αθήνα, 1997 (Α΄ έκδοση), Αθήνα 1999 (Β’ έκδοση).

Τσουχλαράκη Ιωάννη Θεμ., 90 χρόνια από την Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, Πανελλήνια ομοσπονδία Κρητικών Σωματείων, Αθήνα 2004

Τσουχλαράκη Ιωάννη Θεμ., Έργα Κρητών ζωγράφων 15ου – 17ου αιώνα, Πανελλήνια ομοσπονδία Κρητικών Σωματείων, Αθήνα 2006

Τσουχλαράκη Ιωάννη Θεμ .– Κασίμη Σάτυα Α., Αγώνες και αγωνιστές της κρητικής ελευθερίας μέσα από την ελληνική και ευρωπαϊκή λαϊκή εικονογραφία, Πανελλήνια ομοσπονδία Κρητικών Σωματείων, Αθήνα 2009

Τσουχλαράκη Ιωάννη Θεμ., Ιχνηλατώντας την κρητική παράδοση στο χθες και το σήμερα, Πανελλήνια ομοσπονδία Κρητικών Σωματείων, Αθήνα 2011

Φραγκάκι Ευαγγελίας, Η λαϊκή τέχνη της Κρήτης Ι, ανδρική φορεσιά, Αθήνα 1960.

Φραγκάκι Ευαγγελίας, Η λαϊκή τέχνη της Κρήτης ΙΙ, γυναικεία φορεσιά, Αθήνα 1960.