Η Θεογονία είναι επικό ποίημα του Ησιόδου που περιγράφει, σε αντίθεση με τις κοσμογονίες άλλων ανατολικών λαών, την καταγωγή των θεών της ελληνικής μυθολογίας όπως αυτοί γεννήθηκαν και διαμορφώθηκαν στην ανθρώπινη αντίληψη κατόπιν πρώιμων παρατηρήσεων μαζί με τη Γη (Γαία), τους ποταμούς, την απέραντη θάλασσα, τα λαμπρά άστρα και τον πλατύ υπεράνω όλων ουρανό. Θεωρείται ότι γράφτηκε μετά τα Ομηρικά έπη τα οποία αποτελούν πηγή του έργου υπολογίζοντας θεωρητικά γύρω στο 1000 – 700 π.Χ.

Η Θεογονία του Ησιόδου αποτελεί μια σημαντικότατη πηγή για την αρχαία ελληνική μυθολογία.
Ο Ησίοδος στη Θεογονία, εξηγεί ότι αυθόρμητα εμφανίστηκε το Χάος που γέννησε την πρώτη θεϊκή Τριάδα, την Γη, ως έννοια της ύλης, τον Τάρταρο ως έννοια του χρόνου και του θανάτου και τον Έρωτα, ως έννοια της δημιουργίας.
Στη συνέχεια, από το Χάος ξεπήδησε το Έρεβος και η Νύχτα. Από την ένωση της Νύχτας με το Έρεβος γεννήθηκαν ο Αιθέρας και η Ημέρα. Η Γη γέννησε τον Ουρανό, τα Όρη και τον Πόντο. Ο Ουρανός ζευγάρωσε με τη Γαία και γεννήθηκαν 12 Τιτάνες: ο Ωκεανό, ο Κόιος, ο Κρείος, ο Υπερίων, ο Ιαπετός, η Θεία, η Ρέα, η Θέμις, η Μνημοσύνη, η Φοίβη, η Τηθύς και ο Κρόνος, 3 Κύκλωπες: ο Βρόντης  ο Στερόπης και ο Άργης και τέλος 3 Εκατόγχειρες: ο Βριαρέας, ο Κόττος και ο Γύγης. Αυτή υπήρξε η πρώτη γενιά.
Στην προσπάθειά τους να εξηγήσουν την κατάσταση του κόσμου, την τάξη και την αρμονία, οι Έλληνες φαντάστηκαν έναν τιτάνιο αγώνα ανάμεσα στις παλιές θεότητες που είχαν ξεπεραστεί και σε νέους θεούς που βρίσκονταν πιο κοντά στον άνθρωπο. Οι νέοι αυτοί θεοί τους οποίους ο Ησίοδος αποκαλεί Ολύμπιους επειδή πριν εγκατασταθούν στον ουρανό κατοικούσαν στον Όλυμπο, ήταν αρχικά έξι, η Εστία, η Δήμητρα, η Ήρα, ο Ποσειδών και ο Ζευς, ο οποίος στη συνέχεια απέκτησε την πρωτοκαθεδρία.  Σύμφωνα λοιπόν με την ελληνική μυθολογία, στην αρχή Ουρανός και Γη αποτελούσαν ένα και το αυτό ον. Ζούσαν αγκαλιασμένοι σε ένα τεράστιο σώμα.

Έπειτα αποσπάστηκαν και από τον διαχωρισμό αυτό γεννήθηκε ο κόσμος. Από τότε πασχίζουν να ξανασμίξουν. Η γη πλησιάζει τον ουρανό με τις βουνοκορφές, ενώ τα όρη της πλήττονται από τους κεραυνούς. Ο ουρανός προσπαθεί να ακουμπήσει τη γη με τα βαριά του σύννεφα, τις καταιγίδες και τις αστραπές. Η βροχή διεισδύει στα σπλάχνα της και τα γονιμοποιεί.Αργότερα, μόλις μορφοποιηθούν, η Γη τα γεννά και τα βοηθά να αναπτυχθούν. Η γη, πιο κοντά στους ανθρώπους, εξανθρωπίστηκε  και ταυτίστηκε με μια γιγάντια γυναίκα.

Η σάρκα της είναι το έδαφος, τα οστά της είναι οι πέτρες, τα μαλλιά της τα φυτά και τα δέντρα, το αίμα της τα ποτάμια που τη διασχίζουν.

Η Γη, πιο κοντά στους ανθρώπους, εξανθρωπίστηκε και ταυτίστηκε με μια γιγάντια γυναίκα. Η σάρκα της είναι το έδαφος, τα οστά της είναι οι πέτρες, τα μαλλιά της τα φυτά και τα δέντρα, το αίμα της τα ποτάμια που τη διασχίζουν. Μια αστείρευτη πηγή ζωής και αφθονίας.

Μια αστείρευτη πηγή ζωής και αφθονίας. Για να μπορεί όμως η γη να τεκνοποιεί, να παράγει και να πολλαπλασιάζει, έχει ανάγκη από μια γενεσιουργό αρχή, η οποία δεν είναι άλλη από τη βροχή.
Ο Ουρανός πλημμυρίζει τη Γη με τη βροχή του και το γονιμοποιό αυτό νερό γεννά αναρίθμητες μορφές. Έτσι το νερό αναγνωρίζεται ως το πρωταρχικό στοιχείο των απαρχών του κόσμου.
Οι πρώτοι έμβιοι οργανισμοί εμφανίστηκαν στα βάθη των θαλασσίων εκτάσεων. Και τα πρώτα αμφίβια από τα βάθη των υδάτων αναδύθηκαν για να μπορέσουν στη συνέχεια να αποκτήσουν αέρια αναπνοή και επίγεια ζωή. Άλλωστε, και ο ίδιος ο ανθρώπινος οργανισμός εξακολουθεί, μέσα από την εξέλιξη του εμβρύου και τον έμμηνο κύκλο της γυναίκας, να διατηρεί τα ίχνη της υδάτινης προέλευσης της ζωής. Στην αρχαία Ελλάδα, οι θνητοί θεωρούσαν και  τιμούσαν τους ποταμούς ως έμβια όντα. Τους λάτρευαν αλλά παράλληλα φοβόντουσαν το ρεύμα τους, το καταρρακτώδες νερό τους, το βάθος τους, τη δύναμή τους. Έτσι οι ποταμοί, άλλοτε ζωοδότες και άλλοτε καταστροφείς, χορηγοί της ζωής και του θανάτου, διαδραματίζουν στη μυθολογία πρωταρχικό ρόλο.
Σιγά – σιγά οι άνθρωποι έμαθαν να αποφεύγουν ή να προβλέπουν την οργή του ουρανού, να εξημερώσουν τη γη και τα ποτάμια, ποτέ όμως δεν μπόρεσαν να δαμάσουν την αφρισμένη  θάλασσα.