Το καριοφίλι, το παλιό αυτό τουφέκι με τη μακριά κάννη οφείλει την ονομασία στο Βενετικό εργοστάσιο κατασκευής όπλων Carlo e figli (Κάρλο και υιοί), το οποίο κατασκεύασε το πρώτο καριοφίλι.

Το καριοφίλι ήταν όπλο εμπροσθογεμές με τσακμακόπετρα για ανάφλεξη. Η μαύρη πυρίτιδα του καριοφιλιού επέβαλε και μια μακριά κάννη, περίπου 90 εκατοστών, ώστε να δοθεί χώρος και χρόνος στην πυρίτιδα να αναπτύξει όλη την προωθητική της δύναμη.

Η διαδικασία του γεμίσματος με πυρίτιδα απαιτούσε κάποιο χρόνο, κι έτσι, για να αντιμετωπιστεί η καθυστέρηση, υπήρχαν ομάδες τυφεκιοφόρων, ώστε μία να ρίχνει και μία να γεμίζει. Ο ήχος του καριοφιλιού αντήχησε στις περισσότερες απόκρημνες ελληνικές βουνοκορφές. Ήταν ο αχώριστος σύντροφος κάθε κλέφτη, κάθε αρματολού και αποτέλεσε το κλασικό όπλο της Ελληνικής Επανάστασης του 1821.

 

Σελάχι – Γιαταγάνι

Το σελάχι ήταν μια ζώνη που φοριόταν ως συμπλήρωμα της φουστανέλας στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης. Το ζώνανε στη μέση τους, πλάγια στην αριστερή μεριά.

‘Ήταν φτιαγμένο συνήθως από τσόχα κόκκινη, είχε θήκες και ήταν κεντημένο πολλές φορές με χρυσά κεντήματα. Στις εσωτερικές θήκες βάζανε ένα ασημένιο τάσι για να πίνουν νερό και όσοι ήξεραν γράμματα το ασημένιο καλαμάρι με το φτερό, για να βάζουν την υπογραφή τους, αν χρειαζόταν.

Από το σελάχι ήταν πιασμένο το γιαταγάνι. Σπαθί, με λάμα μισού μέτρου, κατασκευασμένο από ατσάλι, το γιαταγάνι είχε λαβή αργυροσκαλισμένη και ασημένια θήκη. Μπορούσε να σκίσει λαμαρίνα και να κόψει χοντρή αλυσίδα.

Φουστανέλα

 

Πολύπτυχη λευκή φούστα που η χρήση της γενικεύτηκε στην Επανάσταση και διατηρήθηκε και αργότερα. Γινόταν από άσπρο ύφασμα 30 μέτρων και είχε 400 πτυχές (δίπλες). Ο τύπος αυτός καθιερώθηκε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας.

Ήταν τόση η λαχτάρα για λευτεριά, ώστε λέγεται ότι κάθε χρόνο προσθέτανε με πίκρα μία πτυχή στη φουστανέλα, μέχρι που συμπληρώθηκαν 400, όσα και τα χρόνια της δουλείας. Στη Ρούμελη συνηθιζόταν πιο πολύ η κοντή φουστανέλα με τις πολλές δίπλες, όπως είναι σήμερα αυτή της Προεδρικής Φρουράς.