Οι σκαλκαντζαραίοι και το ζύμωμα

(Λιβαδειά)

Οι σκαλκαντζαραίοι είναι ψηλοί και μαλλιαροί. Έρχονται το Δωδεκαήμερο και κατεβαίνουν από τα τζάκια στα σπίτια για να μαγαρίσουν τα πράγματα. Για αυτό τη νύχτα οι άνθρωποι βουλώνουν τις στάμνες και τα βαρέλια, μην κατουρήσουν μέσα οι σκαλκαντζαραίοι. Μια νύχτα πήγαν στο σπίτι μιας γυναίκας και φώναζαν … «Γειτόνισσα, γειτόνισσα, σήκω να ζυμώσεις γιατί έφεξε» και ας ήταν ακόμη πριν από τα μεσάνυχτα. Η γυναίκα που νόμισε ότι ήταν η γειτόνισσά της, σηκώθηκε, ζύμωσε, έβαλε το ψωμί στο φούρνο και καρτερούσε να φέξει.

 

Μα που να φέξει. Της φωνάζουν πάλι οι σκαλκαντζαραίοι, αλλά εκείνη τη στιγμή λαλούν και τα κοκόρια. Λένε τότε … « Σηκωθείτε να φύγουμε, λάλησαν τα κοκόρια». Λέει όμως ο μεγάλος σκαλκάντζαρος… «Ακόμη δε φεύγουμε, μια φορά λάλησαν». Αλλά μέχρι να το πει, λάλησαν και πάλι τρεις φορές. Τότε λέει ο μεγάλος … «Σηκωθείτε να φύγουμε, λάλησε μαύρος κόκορας, αφήστε τη γειτόνισσα μη μας πιάσουν». Και έτσι γλύτωσε η γυναίκα.

 

 

Την παραμονή των Φώτων οι άνθρωποι παίρνουν το πρωί τη στάχτη και τη σκορπίζουν τριγύρω στα σπίτια, για να φύγουν οι σκαλκαντζαραίοι και να μην ξαναπατήσουν. Τους διώχνει ο παπάς που έρχεται να αγιάσει τα σπίτια και αυτοί τότε λένε ο ένας στον άλλο… «Σηκωθείτε για να φύγουμε, έρχεται ο παππούς, ο παπάς με αγιασμό και η παπαδιά με τη βρεχτούρα».

 

 

Ο παγανός στο μύλο (Ναύπακτος)

Τη νύχτα τα Χριστούγεννα έρχονται οι καλικάντζαροι. Μπροστά πάει ο κουτσός ο παγανός και από κοντά έρχονται οι άλλοι. Όλοι φορούν στα κεφάλια τους κουκούλες και έχουν το ένα πόδι ανθρώπινο και το άλλο γαϊδουρινό και κρατούν στα χέρια τους μαγκούρες. Μπαίνουν τη νύχτα στα σπίτια, χύνουν το νερό και σκορπούν τη στάχτη.

Πιάνουν στο δρόμο τους διαβάτες και κάθονται στο λαιμό τους και αν δεν λαλήσει ο μαύρος πετεινός δεν τους αφήνουν. Μια φορά πήγε ένας άνθρωπος στο μύλο να αλέσει. Έριξε το άλεσμα στη σκάφη, έκατσε στη φωτιά και άρχισε να ψήνει μια σούβλα κρέας. Εκεί έρχεται και ένας παγανός με μια σούβλα βατράχους. Ζύγωσε στη φωτιά και άρχισε να ψήνει τους βατράχους του. Λέει του ανθρώπου… «Έλα να αλλάξουμε τα κρέατα. Το δικό μου είναι παχύ. Πάρτο. Ο άνθρωπος δεν ήθελε και ο παγανός αρπάζει τη σούβλα, του τη φέρνει στο κεφάλι και τρέχει να βρει τους φίλους του για να έρθουν να τον πνίξουν. Στο μεταξύ όμως, ο άνθρωπος μάζεψε τα πράγματά του και έτρεξε να γυρίσει στο χωριό.

Όταν γύρισαν τα παγανά δεν τον βρήκαν. Χάλασαν το μύλο, αλλά δεν τον βρήκαν. Αποφάσισαν να τρέξουν στο χωριό να τον συναντήσουν. Τον πρόλαβαν στη σκάλα του σπιτιού του, αλλά ότι ετοιμάστηκαν να τον αρπάξουν, ακούστηκε να λαλεί ο πετεινός. Τότε τα παγανά χάθηκαν αμέσως πριν εμφανιστεί το πρώτο φως της ημέρας…