Τα σκαλικαντζέρια (Αράχωβα)

Τα σκαλικαντζέρια έρχονται στα χωριά το Δωδεκαήμερο και φεύγουν την παραμονή των Φώτων. Την παραμονή του Χριστού έρχονται από πολλά μέρη και περιμένουν απ΄ έξω από το χωριό και μόλις νυχτώσει μπαίνουν μέσα. Είναι κακά και πονηρά, μα δε μπορούν να βλάψουν τους ανθρώπους, για αυτό και οι γυναίκες ακόμη τα περιπαίζουν και τα βρίζουν και τα λεν σταχτοπόδηδες, σταχτιάδες, κατουρλήδες και άλλα πολλά.

Καθένας από τους σκαλικαντζέρους έχει και από ένα κουσούρι, όπως και τα ζώα τους. Άλλοι είναι κουτσοί, άλλοι στραβοί, άλλοι μονόφθαλμοι, άλλοι στραβοπρόσωποι, άλλοι στραβοχέρηδες κλπ. Όπως είναι αυτοί, έτσι είναι και τα ρούχα τους. Ελεεινά, σκισμένα, κάθε λογής κουρέλια. Έτσι είναι και τα φερσίματά τους και η περπατησιά τους και δείχνουν ότι είναι πολλοί κουτοί. Ένας ψηλός και μακροπόδαρος καβαλικεύει ένα μικρό πετεινό και τα πόδια του σέρνονται καταγής. Ένας άλλος πάλι κοντούλης κάθεται πάνω σε γαϊδούρι τόσο ψηλό, ώστε όταν πέφτει δεν μπορεί να ανέβει πάλι και φωνάζει για βοήθεια. Τρέφονται με σκουλήκια, βατράχια, φίδια και άλλα ακάθαρτα πράγματα. Είναι δίγνωμοι, τεμπέληδες, φωνακλάδες, διαφωνούν και πάντα μαλώνουν. Για αυτό δεν μπορούν να κάνουν πολλά κακά στους ανθρώπους, αν και θα το ήθελαν πολύ…

Τα παγανά (Ναύπακτος)

Τα παγανά μπαίνουν στο σπίτι από το τζάκι και από τις τρύπες, χύνουν το νερό, σκορπούν το αλεύρι, αλλά φοβούνται τη φωτιά. Για αυτό πρέπει να ασφαλίζεις όλα τα αγγεία και πριν πλαγιάσεις να ρίχνεις στη φωτιά αλάτι να βροντάει και να ρίχνεις και ένα κομμάτι πετσί να μυρίζει, για να μη ζυγώνουν.

Μια φορά κοιμόμουν στο παραγώνι, κουκουλωμένη με το σκέπασμα μέχρι το κεφάλι. Ήταν σκοτάδι και η φωτιά είχε κατακάτσει. Ξυπνάω άξαφνα και βλέπω στο φως της θράκας έναν παγανό κοντά στη σταχτοθουρίδα να σκορπάει τη στάχτη. Τον τσάκωσα από την αγκούλα του και εκείνος τράβαγε και μου την πήρε ο καταραμένος και γελούσε καθώς έφευγε. Για αυτό η στάχτη η παγανίσια, που μένει όσο κρατούν τα παγανά, είναι οργισμένη και δεν πρέπει να τη βάζεις στην πλύση γιατί κόβει τα ρούχα, αλλά να την πετάς μακριά. Μέχρι αυτά να πάνε στον Κάτω Κόσμο, στην οργή και την κατάρα.

Αλλά και εκεί, όταν κατέβουν τα παγανά, αρχίζουν να πελεκάνε με τα δόντια τους και με τσεκούρια τις τρεις κολόνες που βαστάνε τον κόσμο. Τις πελεκάνε όλο το χρόνο, ώσπου κουρασμένοι αφήνουν μια τρίχα μοναχά, για να ανασάνουν, μα ο Θεός τους δίνει οργή και οι κολόνες πάλι γεμίζουν και εκείνα από το πείσμα τους πιάνονται και τρώγονται μεταξύ τους…

Ο γκιόνης (Αράχωβα)

Ήταν μια φορά δυο αδέρφια και ο ένας από αυτούς ήταν δραγάτης στα αμπέλια. Ο άλλος, που τον έλεγαν Αντώνη, του είπε μια ημέρα. «Απόψε θάρθω και θα σου κλέψω σταφύλια». Εκείνος του απάντησε. «Έρχεσαι μα σε τουφεκίζω». Το βράδυ πήγε ο Αντώνης και δοκίμασε να κλέψει σταφύλια. Ο αδερφός του, για να τον φοβίσει, έριξε μια τουφεκιά στον αέρα, αλλά, χωρίς να το θέλει, τον πέτυχε και τον σκότωσε.

Τότε από τον πόνο του παρακάλεσε το Θεό να τον κάνει πουλί, για να κλαίει παντοτινά τον αδερφό του. Ο Θεός τον άκουσε και τον έκανε γκιόνη. Από τότε κλαίει τον αδερφό του Αντώνη και τον φωνάζει αδιάκοπα «Ντον! Ντον!» και δεν παύει μέχρι να στάξει η μύτη του αίμα, σημάδι πως ο αδερφός του παίρνει το αίμα του πίσω. Έτσι ησυχάζει