Ιστορία
Γραφικό, αρχοντικό, κοσμοπολίτικο και ιστορικό νησί του Αργοσαρωνικού. Η Ύδρα σύμφωνα με νεότερες αρχαιολογικές έρευνες, έχει κατοικηθεί από τη Νεολιθική εποχή. Δρύοπες, Μυκηναίοι, Κάρες, Σάμιοι, Αθηναίοι πρόσφυγες της εποχής των περσικών πολέμων, εποίκησαν και κατοίκησαν την Ύδρα. Η ακμή του νησιού συνέπεσε με την Πρωτοελλαδική και την Μυκηναϊκή εποχή. Το νησί ήταν εμπορικό-ναυτικό κέντρο, ανάμεσα στην Πελοπόννησο και τα νησιά του Αιγαίου. Την Κλασική εποχή η Ύδρα παρουσιάζει έναν συγγραφέα κωμωδιών, τον Ευάγη τον Υδρεάτη. Την ρωμαίικη και κατόπιν την βυζαντινή περίοδο το νησί κατοικείται ανελλιπώς.

Γύρω στο 1460 αρχίζει η σημαντική ανάπτυξη της Ύδρας με την εγκατάσταση Αρβανιτών φυγάδων που εγκατέλειψαν την Πελοπόννησο εξαιτίας της κατάκτησής της από τα οθωμανικά στρατεύματα του σουλτάνου Μωάμεθ Β΄ του Πορθητή. Τότε είναι που ξεκίνησε να χτίζεται και η σημερινή πόλη της Ύδρας και συγκεκριμένα γύρω από τον λόφο του Κιάφα για λόγους ασφαλείας από πειρατικές επιδρομές. Ένα δεύτερο μεγάλο κύμα εποικισμού έφτασε στην Ύδρα στα τέλη του 16ου αιώνα όταν μεγάλες οικογένειες ήρθαν στο νησί. Τον 17οαιώνα η Ύδρα ήταν κτήση των Ενετών και τον 18ο αιώνα περιήλθε στους Τούρκους έως την επανάσταση του 1821 κατά την οποία αριθμούσε περί τους 27.000 κατοίκους.

Η Επανάσταση βρήκε την Ύδρα να κατέχει αμύθητο πλούτο από χρυσά νομίσματα της εποχής, αποτέλεσμα κυρίως της επιτυχημένης συμμετοχής της στο εμπόριο σίτου κατά τους Ναπολεόντειους πολέμους. Έτσι το νησί απέκτησε ένα μεγάλο στόλο που αριθμούσε 186 μικρά και μεγάλα πλοία συνολικής χωρητικότητας 27.736 τόνων. Όταν κηρύχθηκε η Επανάσταση στην Πελοπόννησο, οι Υδραίοι ενημερώθηκαν από τους Πελοποννήσιους οπλαρχηγούς. Ο λαός της Ύδρας επαναστάτησε την Κυριακή 27 Μαρτίου 1821 και καθαίρεσε τον εκπρόσωπο της Οθωμανικής εξουσίας Νικόλαο Κοκοβίλα. Μεγάλοι πλοιοκτήτες, ναυμάχοι του 1821 και πολιτικοί κατάγονται από το νησί. Ανάμεσά τους οι Ανδρέας Μιαούλης, Κουντουριώτης, Κριεζής, Τσαμαδός, Σαχίνης, Τομπάζης, Σαχτούρης κ.α.
Αυτή η ναυτική παράδοση συνεχίζεται μέχρι σήμερα με έναν μικρό αλιευτικό στόλο και την Ακαδημία Εμποροπλοιάρχων, που άρχισε να λειτουργεί αμέσως μετά την επανάσταση του 1821 και είναι η αρχαιότερη σχολή εμποροπλοιάρχων της ανατολικής Μεσογείου.

Τουρισμός
Ιδιαίτερα δημοφιλής προορισμός για ξένους τουρίστες αλλά και Αθηναίους, λόγω και της μικρής της απόστασης από την πρωτεύουσα. Οφείλει το όνομά της στα άφθονα νερά, που ανάβλυζαν από τις πλούσιες πηγές που είχε κατά την αρχαιότητα. Έχει σημαντική ναυτική ιστορία και παράδοση. Αναπαλαιωμένα αρχοντικά, το παλιό γραφικό λιμάνι με τις πολεμίστρες και τα κανόνια, τα μουσεία, τα μοναστήρια, η ναυτική σχολή, συνθέτουν την εικόνα του νησιού, η οποία μας μαρτυρεί την σημαντική ιστορική σημασία της. Κατά τον αγώνα της επανάστασης του 1821 η Ύδρα μαζί με τις Σπέτσες και τα Ψαρά έπαιξαν σημαντικό ρόλο, λόγω της μεγάλης ναυτικής δύναμης που διέθεταν.

Η πόλη της Ύδρας, που είναι και η μοναδική πόλη του νησιού, έχει ανακηρυχθεί διατηρητέα και απαγορεύονται τα τροχοφόρα. Είναι απλωμένη σε δύο βραχώδεις λόφους και σφύζει από παραδοσιακά σπίτια με κεραμιδένιες σκεπές, έντονες μπλε πόρτες και παράθυρα. Στο νησί υπάρχουν 300 εκκλησίες και πέντε μοναστήρια. Η σημαντικότερη γιορτή στην Ύδρα είναι τα Μιαούλεια, εκδηλώσεις, αφιερωμένες στη δράση του Ναύαρχου Μιαούλη και πραγματοποιούνται κάθε χρόνο, προς το τέλος του Ιουνίου.

Η Ύδρα, περισσότερο από όλα τα Ελληνικά νησιά, ενέπνευσε τις Καλές Τέχνες. Διάσημοι Έλληνες και ξένοι ζωγράφοι απεικόνισαν στα έργα τους τα τοπία της. Δεν είναι τυχαίο ότι στην Ύδρα υπάρχει παράρτημα της Σχολής Καλών Τεχνών από το 1936, το οποίο στεγάζεται στο τετραώροφο αρχοντικό του Εμμανουήλ Τομπάζη και της Ξανθής Δ. Σαχίνη στα δεξιό τμήμα του λιμανιού.
Η Ύδρα συνδέεται ακτοπλοϊκώς με τα υπόλοιπα νησιά του Αργοσαρωνικού, καθώς και με τα Μέθανα, την Ερμιόνη, το Πόρτο Χέλι, το Ναύπλιο, τον Tυρό.