Στα νεώτερα χρόνια, η βυρσοδεψία πέρασε στη διαδικασία της εκβιομηχάνισης, δημιουργώντας έναν εύρωστο και δυναμικό κλάδο στην Ελλάδα, για έναν περίπου αιώνα. Οι συνοικίες των ταμπάκικων στις πόλεις- λιμάνια του19ου αι. αποτελούσαν ένα χαρακτηριστικό πολεοδομικό σύνολο, σύμβολο πλούτου και προκοπής, αν και στα επόμενα χρόνια αντιμετώπιζαν διαρκώς πιέσεις για απομάκρυνση από τις κατοικημένες περιοχές, ως «οχληρές και ρυπαίνουσες» εγκαταστάσεις.

Στον Πειραιά και στην Αθήνα υπήρχαν πολλά παραδοσιακά βυρσοδεψεία, αλλά για να μεταφερθούμε στο αντικείμενο του βυρσοδέψη πρέπει να γυρίσουμε πολλά χρόνια πριν στην Άμφισσα. Η βυρσοδεψία κατά την αρχαιότητα ήταν μια από τις πιο σημαντικές βιοτεχνικές δραστηριότητες.

Η χρήση των ακατέργαστων δερμάτων για ένδυση και υπόδηση αρχίζει όταν ο πρωτόγονος άνθρωπος αισθάνθηκε την ανάγκη να καλύψει το σώμα του. Σύμφωνα με γραπτές μαρτυρίες, για κατασκευές από δέρμα διαβάζουμε στα έργα του Ομήρου και του Ησίοδου.

Τρόποι κατεργασίας των δερμάτων ήταν γνωστοί από το 2500 π.Χ. Ο τρόπος κατεργασίας που χρησιμοποιούσαν τότε εξακολούθησε να χρησιμοποιείται και μέχρι πριν από 150 περίπου χρόνια, όταν η κατεργασία των δερμάτων πήρε καθαρά βιομηχανικό χαρακτήρα. Αξίζει να αναφερθούμε συνοπτικά στον παραδοσιακό τρόπο κατεργασίας του δέρματος και κυρίως στα υλικά που χρησιμοποιούνταν.

Μετά την εκδορά του ζώου το δέρμα έπρεπε να αλατιστεί και να στεγνώσει, για να μπορέσει να διατηρηθεί. Το αλάτι, με την ιδιότητά του να απορροφά το νερό, μειώνει την υγρασία του δέρματος και εμποδίζει την καταστροφή του από μικροοργανισμούς. Παράλληλα γίνεται και το στέγνωμα του δέρματος στον ήλιο ή σε κάποιο ζεστό αερισμένο μέρος.

Για να μετατραπεί το τομάρι σε δέρμα κατεργασμένο, χρειαζόντουσαν τα εξής υλικά:

• Ακατέργαστος ασβέστης για την αποτρίχωση του δέρματος.

• Σαμάς, δηλαδή κόπρανα σκύλου με τα οποία καθάριζαν αποτελεσματικά το δέρμα από τον ασβέστη.
Για το λόγο αυτό στην Άμφισσα, είχε αναπτυχθεί ιδιαίτερα το επάγγελμα του «σκυλοσκατά» ή
«σαμά».

Ο ακατέργαστος ασβέστης έκανε σκληρό και ξηρό το δέρμα. Για να ανοίξουν οι πόροι του και να καθαρίσει εντελώς από τον ασβέστη, ήταν απαραίτητος ο σαμάς, δηλαδή τα κόπρανα των σκύλων. Όσοι αναλάμβαναν αυτή τη δουλειά γύριζαν στους δρόμους και έξω από τα σπίτια για να μαζέψουν τα κόπρανα των σκύλων, τα οποία πουλούσαν στους ταμπάκηδες.

Ο κάθε σαμάς ήξερε πόσα σκυλιά είχε η κάθε γειτονιά και το κάθε σπίτι και γύριζε με έναν γκαζοτενεκέ. Εκτός από τον ασβέστη και το σαμά, άλλα υλικά αναγκαία στην κατεργασία του δέρματος ήταν το βελανίδι (σόμια) που βοηθούσε στη συνεκτικότητα του δέρματος, το ελαιόλαδο, το ζυγκόλαδο (μείγμα λίπους με λάδι) και τα χρώματα, με συνηθέστερο το καφέ.

 

Στην Άμφισσα, όπου η βυρσοδεψία γνώρισε μεγάλη άνθηση, οι ταμπάκηδες ήταν συγκεντρωμένοι όλοι σε μια συνοικία, αυτή της Χάρμαινας. Είχαν μάλιστα ιδρύσει και το Σύλλογο Βυρσοδεψών Άμφισσας, με προστάτη τον Άγιο Αθανάσιο, που γιόρταζε στις 2 Μαΐου. Την ημέρα αυτή παρακολουθούσαν τη λειτουργία στο εξωκλήσι του Αγίου Αθανασίου και στη συνέχεια το έριχναν στο γλέντι. Οι ταμπάκηδες της Χάρμαινας σήμερα έχουν σχεδόν εκλείψει, ενώ τα κτίρια της περιοχής έχουν κριθεί παραδοσιακά και ελπίζουμε διατηρητέα…