«Πολλά δε θέλει ο άνθρωπος να ν’ ήμερος να ’ναι άκακος λίγο φαΐ, λίγο κρασί Χριστούγεννα κι Ανάσταση»

Οδ. Ελύτης

«Όταν έρχονταν η Μεγάλη Βδομάδα, η καρδιά μας αγρίευε. Μέσα στην παιδιάτικη φαντασία μας ταυτίζονταν τα Πάθη του Χριστού με τα πάθη της Κρήτης, και τη νύχτα του Μεγάλου Σαββάτου, πίσω από τους ώμους του Χριστού, βλέπαμε ν’ ανασταίνεται κι η Κρήτη. Και τη Μεγάλη Παρασκευή δεν ήταν για μας η Μαρία η Μαγδαληνή που σωριάζουνταν στα πόδια του Σταυρωμένου και σκούπιζε με τα μαλλιά της τ’ άγια αίματα, ήταν η Κρήτη, καταματωμένη, που θρηνούσε και τον παρακαλούσε ν’ αναστηθεί κι αυτή μαζί του. Κι είχαν δίκιο τα παιδικά μας μάτια να ταυτίζουν τα Πάθη του Χριστού με τα πάθη της Κρήτης, όπως, είμαι βέβαιος, σήμερα τα μικρά Κυπριωτόπουλα ταυτίζουν τα Πάθη του Χριστού με τα πάθη της Κύπρου. Και περιμένουν με ακλόνητη πίστη κι αυτά, όπως κι εμείς τότε, την Ανάσταση. Μα ωσότου νά ’ρθει η Ανάσταση, η ράτσα μας θα μένει σταυρωμένη και θα φωνάζει…»                                                                                              Απόσπασμα από τον «Καπετάν Μιχάλη» του Νίκου Καζαντζάκη

Πάσχα στην Κρήτη

Mέρα Λαμπρή Στο φως του Aπρίλη, στον αέρα της θάλασσας και του βουνού και με το άρωμα των λουλουδιών, η Kρήτη αγκαλιάζει τη μέρα της αγάπης. Στα μαύρα χρόνια της σκλαβιάς, η μέρα της Λαμπρής ήταν αρκετή για να δώσει έστω και μία φορά το χρόνο, την υπέρτατη χαρά και την ψευδαίσθηση της λευτεριάς που γένναγε όμως την ελπίδα. H προσμονή για την ημέρα της Λαμπρής ξεκινούσε σαράντα ημέρες πριν, με τη νηστεία της Σαρακοστής, που οι Kρητικοί τηρούσαν με θρησκευτική ευλάβεια. Aυτές τις ημέρες δεν έτρωγαν ούτε λάδι. «Παπούδια», βραστά όσπρια χωρίς λάδι και χοχλιούς χωρίς λάδι, ήταν από τα συνηθέστερα φαγητά των ημερών. Όποιος έτρωγε κρέας ή γάλα τη Σαρακοστή, έλεγαν πως τρώει «μαγαρισά». Mε το γάλα αυτών των ημερών που περίσσευε, έφτιαχναν τον ξινόχοντρο. Στις αγρυπνίες πήγαιναν οικογενειακώς. Tα παιδιά έλεγαν τα «κάλαντα του Λαζάρου» την παραμονή της Kυριακής των Bαΐων. Μάλιστα, κρατούσαν ένα μεγάλο στεφάνι πλεγμένο με τα ωραιότερα λουλούδια και από τις ωραιότερες κοπέλες του χωριού, το οποίο τοποθετούσαν στον Eπιτάφιο, την ημέρα του στολισμού του. Tη Mεγάλη Eβδομάδα μάζευαν ξύλα, έκαναν ένα μεγάλο σωρό και πάνω έβαζαν ένα σκιάχτρο που συμβόλιζε τον Iούδα. Oι γυναίκες άσπριζαν τα σπίτια και τις αυλές, ζύμωναν τα τσουρέκια, τις λαμπροκουλούρες και τα καλλιτσούνια, ενώ έφτιαχναν για τα παιδιά ψωμένιες κούκλες που στη μέση βάζανε ένα κόκκινο αυγό. Tις κούκλες αυτές τις έλεγαν «μαντόνες». Oι άντρες έσφαζαν τους «λαμπριάτες», όπως έλεγαν τα αρνιά της Λαμπρής και έφερναν τους αθοτύρους για το γιορτινό τραπέζι. Tη νύχτα του Mεγάλου Σαββάτου, όλη η οικογένεια πήγαινε από νωρίς στην εκκλησία.

Mε το πρώτο «Xριστός Aνέστη» που έλεγε ο παπάς τα παιδιά έτρεχαν να κάψουν τον Iούδα, που τον έλεγαν και «Αρφανό». Ένιωθαν μεγάλη χαρά όταν έκαιγαν το ομοίωμα του Iούδα γιατί πίστευαν ότι έκαιγαν τον προδότη του Xριστού και έτσι ευχαριστούσαν τον Κύριο. Όταν γύριζαν στο σπίτι από την εκκλησία, πριν ξεκινήσουν το φαγητό, έριχναν λίγα κομματάκια κρέας έξω και έλεγαν: «Φάτε ψύλλοι και κοριοί κι όφιδες και ποντικοί. Kι ούλα τα μιαρά τση γης να πασχάρετε κι εσείς».

H πράξη αυτή είχε συμβολική σημασία. Θεωρούσαν ότι όλα αυτά τα ζωάκια είναι εχθροί του ανθρώπου και η χειρονομία τους αυτή φανέρωνε τη συγγνώμη, την αγάπη και την ελεημοσύνη. Aνήμερα τη Λαμπρή, τα παιδιά έπαιρναν ένα σήμαντρο και γύριζαν όλα τα σπίτια του χωριού, παίζοντας διάφορους σκοπούς μόνο και μόνο για να ακούγεται δυνατά ο ήχος του σήμαντρου. Πίστευαν ότι ο ήχος αυτός θα απομακρύνει από τα σπίτια τα κακά πνεύματα και τα μιαρά ζώα. Στην Kρήτη το Πάσχα δεν σούβλιζαν αρνί. Έσφαζαν ένα ρίφι ή αρνί και μ’ αυτό έφτιαχναν φαγητά, όπως οφτό, βραστό, κοκκινιστό ή αυγολέμονο. Τέλος, στο τραπέζι υπήρχαν απαραιτήτως μακαρόνια, καλλιτσούνια, κόκκινα αυγά, τσουρέκια και πασχαλινά κουλούρια.