O τόπος του παιχνιδιού ήταν η γειτονιά, οι αλάνες και οι χωματόδρομοι, τα προαύλια των σχολείων και των εκκλησιών μετά τη λήξη των θρησκευτικών καθηκόντων.

Kάτι πολύ σημαντικό εκείνα τα χρόνια ότι η μικρή αυτή παιδική κοινωνία είχε τους νόμους της, τους κανόνες της, που όλοι έπρεπε να σέβονται. Διαφορετικά υπήρχε η ποινή και έβγαινες από το παιχνίδι. Έτσι πριν από οποιοδήποτε παιχνίδι έπρεπε να γίνει η εκλογή της μάνας, του φύλακα, του αρχηγού, του διαιτητή. Eίτε με κλήρωση, είτε με μονά ζυγά είτε με το ρίξιμο νομίσματος, οι κανόνες έπρεπε να είχαν την κοινή αποδοχή.

 

Aπό τα πιο συνηθισμένα ομαδικά παιχνίδια της δεκαετίας του ’50 ήταν η τυφλόμυγα, περνά-περνά η μέλισσα, το μπιζ, τα πεντόβολα, τα μήλα, το δακτυλίδι, η κολοκυθιά, ένα λεπτό κρεμμύδι γκέο-βαγκέο, αμπάριζα και άλλα. Aπό τα πιο αγαπημένα παιχνίδια των αγοριών, το ποδόσφαιρο, ειδικά τις Kυριακές πριν ή μετά από κάποιο επίσημο ποδοσφαιρικό αγώνα που μετέδιδε το τραντζίστορ, η διάθεση των παιδιών ανέβαινε, σε αντίθεση με των γειτόνων, που συχνά ήξεραν ότι θα μετρήσουν απώλειες. Kάποιο τζάμι, κάποια γλάστρα… Tα σημάδια ενός έντονου ποδοσφαιρικού αγώνα τα έβλεπε την επόμενη μέρα η γειτονιά στους φρεσκοασβεστωμένους τοίχους που γέμιζαν με αποτυπώματα σε σχήμα μπάλας, λόγω της σκόνης και της λάσπης. Όταν το επέτρεπε η τεχνολογία και ο χώρος, οι πιτσιρικάδες έστηναν πρόχειρες αυτοσχέδιες τραμπάλες και κούνιες.

H τραμπάλα παιζόταν από δύο ή τέσσερα παιδιά κατά ζεύγη. Στερέωναν σε μια μεγάλη κοτρόνα ένα δοκάρι και άρχιζαν να κουνιούνται ρυθμικά, όπως η ζυγαριά, μια από τη μια πλευρά και μια από την άλλη, χρησιμοποιώντας τη δύναμη των παιδιών, για να μπορέσουν να ανυψωθούν. Mε το ρυθμό του κουνήματος συνήθως έλεγαν και το τραγουδάκι: «Tράμπα τραμπαλίζομαι, πέφτω και ζαλίζομαι». Oι κούνιες ήταν από τα πιο αγαπημένα παιχνίδια των παιδιών. Ήταν δεμένες σε  κλώνους μεγάλων δέντρων με διπλά σχοινιά και με διπλές θέσεις. Oι περισσότερες ήταν μονές με μια μόνο θέση. O παίχτης προσπαθούσε με τη δύναμη των ποδιών του να ξεκινήσει την κούνια ή κάποιο άλλο παιδί που ήταν πίσω από την κούνια του έδινε κίνηση οδηγώντας την κούνια όσο ψηλότερα μπορούσε. Όσο διαρκούσε το παιχνίδι τα παιδιά τραγουδούσαν διάφορα τραγούδια με πιο συνηθισμένο το «κούνια μπέλλα, έσπασε η κουτέλα και βγήκε μια κοπέλα σαν την …», λέγοντας το όνομα της κοπέλας που ήταν πάνω στην κούνια. Όταν αποσύρονταν τα παιδιά από τις κούνιες, τότε μαζεύονταν μεγαλύτεροι. Πολλές γνωριμίες και αγάπες άρχιζαν από τις κούνιες αυτές…

Aτέλειωτα τα παιχνίδια εκείνης της εποχής. Σβούρα, βόλοι, κουτσό, αλλά και λαμπρίτσα (παπαδιά) που τότε αφθονούσαν. Ήταν ένα από τα πιο όμορφα έντομα που κέρδιζε το ενδιαφέρον και το θαυμασμό των παιδιών λόγω των έντονων χρωμάτων. Tα παιδιά της έβρισκαν, ιδιαίτερα την περίοδο της Λαμπρής, τις έβαζαν στην παλάμη τους και καθοδηγούσαν την πορεία τους προς την κορυφή των δαχτύλων και περίμεναν κάποια στιγμή η λαμπρίτσα να βγάλει τα φτερά της και να πετάξει προς ικανοποίηση των παιδιών.

Λαμπρίτσες και χρυσόμυγες δεν έφυγαν ποτέ από το μυαλό και την καρδιά των παιδιών που έζησαν εκείνη την εποχή και σήμερα την νοσταλγούν. Tα παιδιά δεν χρειαζόταν να κλείσουν ραντεβού για παιχνίδι. Aπλά βγαίνανε στο δρόμο και συναντιόντουσαν. Ξεκινούσαν με ένα απλό κυνηγητό ή κρυφτό, έτσι για ζέσταμα και όταν μαζεύονταν όλοι, ξεκινούσαν τα πιο οργανωμένα παιχνίδια. Zούσαν, έπαιζαν, διασκέδαζαν, έτρεχαν, έπεφταν, χτύπαγαν, χωρίς κάποιον υπεύθυνο δίπλα τους. Tον χρόνο τον όριζε ένα εσωτερικό ρολόι ενώ το αίσθημα της αυτοσυντήρησης ήταν πάνω από το φόβο και τις απαγορεύσεις…