Tείνουν να εξαφανιστούν από τους δρόμους των Αθηνών οι κουλουράδες, ή αλλιώς κουλουρτζήδες, κουλουροπώλες αλλά και σιμιτζήδες, εκ του τουρκικού «simit». Καιμειώνεται η  κίνηση του κουλουριού ή κουλικιού, που είναι το υποκοριστικό της κουλούρας. Ο αρχαίος σησαμίτης, δηλαδή το πασπαλισμένο με σουσάμι και σε σχήμα κρίκου κουλούρι, έκανε την εμφάνισή του στην Αθήνα κατά τον 19ο αιώνα, στα μέσα της δεκαετίας 1870. Με μόνο 5 λεπτά ήταν για τους Aθηναίους μία από τις μικρές απολαύσεις της καθημερινότητας.

Στα τέλη του 19ου αιώνα λειτουργούσαν στην Αθήνα 30-35 φούρνοι, οι
οποίοι παρήγαγαν μία φουρνιά κουλουριών, γύρω στις τέσσερις το πρωί. Τις ποσότητες
αυτές παραλάμβαναν οι περίπου 100 κουλουράδες για να ξεχυθούν στους δρόμους.
Υπήρχαν όμως και δύο φούρνοι που λειτουργούσαν τη νύχτα βγάζοντας δύο φουρνιές για
να τροφοδοτήσουν τους περίπου 25 κουλουράδες. Κάθε κουλουράς έπρεπε να πουλήσει
γύρω στα 300 κουλούρια για να κερδίσει 2,5 δραχμές. Ωστόσο, όταν είχε κακοκαιρία,
εμφανίζονταν και περιπτώσεις κατά τις οποίες έμπαιναν μέσα…

Η παρασκευή των κοινών κουλουριών της πρώτης περιόδου, όταν την τέχνη παραγωγής του
κουλουριών αποκαλούσαν «Κολλυροποιΐα», ήταν ολόκληρη τέχνη. Τα κουλούρια
βράζονταν για κάποια δευτερόλεπτα προτού φουρνιστούν μέσα σε καζάνι με ζεστό νερό.
Στη συνέχεια αλείφονταν με μέλι και σισαμώνονταν για να ακολουθήσει το ψήσιμό τους.

Έτσι αποκτούσαν ένα λαμπρό, ρόδινο και γυαλιστερό χρώμα στην επιφάνειά τους.
Όσο για τους κουλουράδες, τα καλοκαίρια συνήθως γυρνούσαν στα χωριά τους
προκειμένου να αφοσιωθούν στις αγροτικές εργασίες τους. Όσοι όμως συνέχιζαν και τους
καλοκαιρινούς μήνες να πωλούν κουλούρια είχαν συγκεκριμένο ωράριο. Η πρώτη έξοδός
τους γινόταν στις 5 το πρωί, η δεύτερη στις 4 το απόγευμα, η τρίτη στις 8-9 το βράδυ και η
τελευταία περίπου τα μεσάνυχτα για τους ξενύχτηδες, οι οποίοι εμφανίζονταν ως οι πιο
ένθερμοι υποστηρικτές των κουλουριών.

Κατά μέσο όρο στην Αθήνα κυκλοφορούσαν περίπου 100 κουλουροπώλες περιπατητικοί,
πέραν εκείνων που είχαν δικά τους «πόστα» σε διάφορες κεντρικές γωνίες της πόλης. Το
κουλούρι και οι κουλουράδες κατόρθωσαν να επιβιώσουν σε σχέση με τα υπόλοιπα είδη
που πωλούνταν στους δρόμους της πόλης όπως τα φιστίκια, ο πασατέμπος, τα κορδόνια, τα
λουλούδια κ.ά.