Το τσαρούχι, μέχρι να πάρει τη θέση του στις προθήκες των λαογραφικών μουσείων, έγραψε τη δική του ιστορία ως μέρος της απαράμιλλης και ένδοξης στολής του τσολιά, αλλά υπήρξε και πηγή έμπνευσης σε όλο τον πνευματικό κόσμο…

 

Το τσαρούχι, υπόδημα των ευζώνων σήμερα, άλλοτε ήταν το υπόδημα των Ελλήνων της ηπειρωτικής Ελλάδας. Θεωρήθηκε ως σήμα κατατεθέν της λεβεντιάς, της αρχοντιάς και της δύναμης και έκανε όποιον το φορούσε να καμαρώνει. Η λέξη προέρχεται από το τούρκικο τσαρίκ (carik). Κατασκευαζόταν από ακατέργαστο ή κατεργασμένο δέρμα και αποτελούνταν από τέσσερα συνήθως τεμάχια: την πατωσιά (ή σόλα), τα δύο πλάγια και στην άκρη του τη μύτη σε διάφορες παραλλαγές, άλλοτε γυμνή και γυρισμένη προς τα πάνω, άλλοτε καλυμμένη με πλούσια μάλλινη φούντα, συνήθως μαύρη για τους άντρες και τις γυναίκες και πολύχρωμη για τα παιδιά. Τα τσαρούχια καθημερινής χρήσης ήταν απλά, χωρίς στολίδια, ενώ τα πλουσιότερα είχαν κορδόνια και πούλιες. Για τους φτωχούς γεωργοκτηνοτρόφους, που τα παπούτσια ήταν πολυτέλεια και τα σανδάλια τρίβονταν γρήγορα, η μόνη λύση ήταν τα γουρνοτσάρουχα. Έπαιρναν το δέρμα από το γουρούνι που έσφαζαν και τ’ αλάτιζαν για να συντηρηθεί και να μη σαπίσει. Έφτιαχναν βαρκούλες στα μέτρα των ποδιών τους, τα έραβαν και τα φορούσαν. Τα γουρνοτσάρουχα ήταν μια λύση περιορισμένης όμως διάρκειας, αφού τα τσαρούχια τρίβονταν και ξεραίνονταν. Για να μαλακώσουν, τους έβαζαν λίπος από χοιρινό κρέας που το αποθήκευαν σε πιθάρια και το χρησιμοποιούσαν για μαγείρεμα. Το λίπος μαλάκωνε μεν το δέρμα και μεγάλωνε την αντοχή των τσαρουχιών, αλλά δημιούργησε νέους εχθρούς. Τα γουρνοτσάρουχα με το χοιρινό λίπος αποτελούσαν τον καλύτερο μεζέ για τα πεινασμένα σκυλιά. Αργότερα, τα επεξεργασμένα δέρματα έδωσαν την οριστική λύση και τα τσαρούχια όχι μόνο φορέθηκαν ως επίσημο υπόδημα, αλλά πολλά απ’ αυτά ήταν σωστά κομψοτεχνήματα. Το τσαρούχι, μέχρι να πάρει τη θέση του στις προθήκες των λαογραφικών μουσείων, έγραψε τη δική του ιστορία ως μέρος της απαράμιλλης και ένδοξης στολής του τσολιά, αλλά υπήρξε και πηγή έμπνευσης σε όλο τον πνευματικό κόσμο. Στην Άμφισσα και στην Αράχοβα υπήρξαν φημισμένα τσαρουχάδικα.