Δεκέμβρης

Ο δωδέκατος και τελευταίος μήνας του έτους, πήρε το όνομά του από το λατινικό decem,
που σημαίνει δέκα, λόγω της θέσης που είχε στο αρχαίο ρωμαϊκό ημερολόγιο που άρχιζε
από το Μάρτιο. Ουσιαστικά το Δεκέμβριο αρχίζει ο χειμώνας και μάλιστα στις 22
Δεκεμβρίου, έχουμε και τη μεγαλύτερη νύχτα. Το τσουχτερό κρύο του Δεκέμβρη αλλά και
οι γιορτές των Χριστουγέννων ήταν τα κύρια χαρακτηριστικά από τα οποία προέκυψαν
αρκετές λαϊκές παρετυμολογίες, όπως Χριστούγεννάς, Χριστουγεννάρης ή
Χριστουγεννιάτης. Σε πολλές περιοχές συνεχίζοντας τα ονόματα των αγίων τον
αποκαλούσαν, «Αη Βαρβάρα βαρβαρώνει», Αη Σάββας σαβανώνει κι Αη Νικόλας
παραχώνει, λόγω του χιονιού που συνήθως έπεφτε το τριήμερο των γιορτών, το οποίο
ονόμαζαν Αϊνικολοβάρβαρα.

Χριστούγεννα

Η Γέννηση του Χριστού καθορίστηκε να γιορτάζεται στις 25 Δεκεμβρίου, κατά τη διάρκεια
του 4 ου αιώνα, αντί της 6ης Ιανουαρίου, που γιορταζόταν αρχικά. Η μέρα αυτή, είναι
γενέθλια της ίδιας της θρησκείας μας, η πιο μεγάλη και αφετηριακή αφού από τη νύχτα
αυτή και έπειτα μετρούμε τα χρόνια της ιστορίας μας. «Η Παρθένος σήμερον, τον
υπερούσιον τίκτει…», είναι ο πρώτος ύμνος και σύμφωνα με τη συναξαρίστικη παράδοση, η
αρχή της ποιητικής έμπνευσης του Ρωμανού του Μελωδού, του αρχαιότερου ποιητή της
Ανατολικής Εκκλησίας. Η Ρούμελη, όπως και οι περισσότερες περιοχές της Ελλάδας, έχουν
το δικό τους εθιμολόγιο, ξεχωριστό και φαντασμαγορικό, όσο και αν έχει επηρεαστεί από
δυτικά στοιχεία. Τα Χριστουγεννιάτικα δώρα είναι μέρος των παλαιών μας εθίμων.
Γλυκίσματα, φρούτα, κρασί και βέβαια τα καινούργια παπούτσια με τα οποία τα παιδιά θα
παρακολουθούσαν στην εκκλησία τον πρωινό όρθρο αποτελούν παμπάλαια ελληνικά
έθιμα. Τα κλαδιά μυρτιάς, ελιάς και καρυδιάς που έστηναν οι χωρικοί στα σπίτια τους και
στα οποία συχνά κρεμούσαν φρούτα στα κλαδιά τους, είναι πρόγονος του
Χριστουγεννιάτικου έλατου με τα χρωματιστά λαμπάκια. Οι ελληνικοί καλικάντζαροι,
συμβολικοί, άλλοτε συμπαθείς και άλλοτε αντιπαθείς έχουν ταυτιστεί με το Ελληνικό
Δωδεκαήμερο των Χριστουγέννων. Η φωτιά στο τζάκι που έπρεπε να παραμένει άσβηστη
σε όλη τη διάρκεια του Δωδεκαημέρου, είναι αρχαϊκός συμβολισμός της οικογενειακής
ασφάλειας, αλληλεγγύης και θαλπωρής στις κακές ώρες του χειμώνα.

Ο εορταστικός κύκλος των Χριστουγέννων ξεκινά από την παραμονή, όπου η νοικοκυρά
ζυμώνει τις Χριστουγεννιάτικες κουλούρες. Τα παιδιά από το πρωί ψάλλουν τα κάλαντα
φορώντας τις τοπικές παραδοσιακές στολές. «Χριστούγεννα, πρωτούγεννα, πρώτη γιορτή
του χρόνου για βγάτε, ιδέτε, μάθετε πως ο Χριστός γεννιέται, γεννιέται κι αναθρέφεται

στους ουρανούς απάνω. Αγγέλοι τον ταΐζουνε το μέλι και το γάλα. Το μέλι τρων οι
άρχοντες, το γάλα οι αφεντάδες. Αγγέλοι απ’ τους ουρανούς πολλά κεριά μας φέρνουν
πέντε κεριά στην Παναγιά και στο Χριστό άλλα πέντε και τα κηροσταλάματα στον Άγιο
Κωνσταντίνο».
«Κυρά ψηλή, κυρά λιγνή, κυρά μπιρμπιλομάτα κυρά, για μη στολίζεσαι και βάνεις τα καλά
σου. Βάλε τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι στήθη και τ’ αστεράκια τ’ ουρανού να βάνεις
δαχτυλίδι.
– Κυρά, τη θυγατέρα σου, κυρά, την ακριβή σου την έλουζες, την χτένιζες, στα σύγνεφα την
κρύβεις. Για βάλε το χεράκι σου στην μεσανή σου τσέπη, κι’ αν ευρεις άσπρα, δώσε μας,
φλουριά μη τα λυπάσαι.
– Κυρά ψηλή, κυρά λιγνή, κυρά καμαροφρύ, πήρες τα ρόδα απ’ τη ροδιά, τ’ ασπράδι απ΄το
χιόνι, πήρες και το ματόφρυδο από το χελιδόνι. Έλα να στο παινέψουμε τούτο το παλικάρι,
οπούχει πλάτες γι’ άρματα, χέρια για το λιθάρι και χέρια γοργογύριστα να ρίχνουν τη σαΐτα,
να σαϊτεύουν τα πουλιά και τ’ όμορφα κορίτσια.
Σ’ αυτό το σπίτι πουρθαμε, πέτρα να μη ραΐσει, κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χρόνια πολλά
να ζήσει. Αφέντη μας πεντάφεντε, πούχεις μεγάλη χάρη και σ’ έχουμε στον τόπο μας σαν το
λαμπρό φεγγάρι, άνοιξε το πουγγάκι σου το μαργαριταρένιο κι αν έχεις γρόσια, δως μας τα,
αν έχεις και παράδες».

Το Χριστουγγενιάτικο τραπέζι στη Ρούμελη

Στο Χριστουγεννιάτικο τραπέζι οι Ρουμελιώτες προσπαθούσαν αν συγκεντρώσουν ότι πιο
πλουσιοπάροχο και καλομαγειρεμένο μπορούσαν. Πρώτα απ’ όλα το αρχαϊκό Χριστόψωμο
με τα καρύδια, το χοιρινό, τη βραστή κότα και τα γλυκά.
Σε ορισμένες περιοχές της Ρούμελης, οι φωτιές και η προετοιμασία του φαγητού, ξεκινούν
από τα ξημερώματα των Χριστουγέννων. Μετά τη θεία Λειτουργία ανάβουν τις φωτιές και
πριν ξημερώσει, έχουν ήδη ετοιμάσει το τραπέζι με το χοιρινό και τους μεζέδες. Σε περιοχές
της δυτικής Φθιώτιδας, τα ξημερώματα ανήμερα των Χριστουγέννων, γίνεται το
«αρραβώνιασμα της φωτιάς». Η νοικοκυρά βάζει στο τζάκι το μεγαλύτερο ξύλο να καίει και
σύμφωνα με την παράδοση, τα παιδιά μπορούν να κάνουν μια ευχή και ότι ζητήσουν
μπορεί να γίνει.

Το Χριστόψωμο

Τα Χριστόψωμα με τις καλλιτεχνικές δημιουργίες στην επιφάνειά τους, ήταν λαϊκά
δημιουργήματα και από τις πιο σημαντικές εκδηλώσεις της λαογραφικής μας τέχνης. Ο
«άρτος» των Χριστουγέννων, ήταν το ευλογημένο ψωμί του σπιτιού, που θα στήριζε όλο το
χρόνο τη ζωή του νοικοκύρη και της οικογένειάς του,
αλλά και των ζώων και της σοδειάς. Ανάλογα ιερά ψωμιά έφτιαχναν και στην αρχαία
Ελλάδα, αφιερωμένα στη Δήμητρα ή στον Απόλλωνα.
Ανάλογα με την τοπική παράδοση ήταν και τα σχέδια στην επιφάνεια του ψωμιού αλλά ο
σταυρός ήταν απαραίτητος. Στα Λαογραφικά της Ρούμελης (1930) ο Δ. Λουκόπουλος

αναφέρει σχέδια με αρνάκια, κατσικάκια και μια μαργαρίτα με τόσα φύλλα όσα ήταν τα
μέλη της οικογένειας. Πάνω από τη μαργαρίτα, σχεδίαζαν μια σκεπή σπιτιού και κάτω ένα
κατοικίδιο ζώο και ένα κλωνάρι, συνήθως κληματαριάς. Υπήρχαν ικανότατες «κεντήστρες»
που με ζυμάρι σχεδίαζαν πάνω στο Χριστόψωμο ένα ζωντανό κόσμο από σπίτια, ζώα και
γεωργικές δουλειές. Σε πολλές περιοχές της Ρούμελης, το πρωί των Χριστουγέννων μετά τη
θεία Λειτουργία, ο ιερέας περνούσε από τα σπίτια των πιστών για να ευλογήσει το
Χριστόψωμο. Το έθιμο αυτό λέγεται «Ύψωμα του ψωμιού». Κατόπιν ο ιερέας ακουμπά το
ψωμί στο κεφάλι του, κάνει μια ευχή, το πιέζει στις δύο άκρες και το κόβει στα δύο. Αν το
κομμάτι που κρατά στο δεξί χέρι είναι μεγαλύτερο από αυτό που κρατά στο αριστερό, τότε
η χρονιά στην οικογένεια θα είναι καλή, ενώ στην αντίθετη περίπτωση θα είναι κακή. Στην
περίπτωση του Χριστόψωμου στη λαϊκή μας παράδοση, συναντηθήκαν ο Χριστός και το
ψωμί. Το διπλό αυτό στοιχείο ο λαός το συνδύασε με τέχνη, φαντασία αλλά και το μήνυμα
ότι ο άνθρωπος αυτή τη μέρα μαζί με το θεό, δεν ξεχνά να ευχαριστήσει και τη γη που τον
τρέφει.

Χοιροσφαγή

Στα περισσότερα χωριά της Ρούμελης και ιδιαίτερα της δυτικής Φθιώτιδας, σε κάθε σπίτι
υπήρχε ένα γουρούνι. Ήταν θέμα κοινωνικής και οικονομικής ευμάρειας. Η σφαγή του
γουρουνιού, παραμονές Χριστουγέννων, έπαιρναν τελετουργικό χαρακτήρα. Οι γυναίκες
έπρεπε από νωρίς να είχαν βρει τους γανωματήδες για να γανώσουν τα οικιακά σκεύη που
ήταν απαραίτητα για τη χοιροσφαγή. Απαραίτητο ήταν και το ζεστό νερό, καθώς και
κάρβουνο και λιβάνι τα οποία η νοικοκυρά έπρεπε να τα ρίξει πάνω στη σφαγή.
Κατόπιν τοποθετούσαν το χοιρινό ανάμεσα σε δύο μεγάλα ξύλα και άρχιζαν το ξεπάστωμα.

Έπρεπε να τελειώσει το σφάξιμο όλων των γουρουνιών της γειτονιάς για ν’ αρχίσει το
γλέντι, ενώ οι νοικοκυρές άρχιζαν να ετοιμάζουν λουκάνικα, τσιγαρίθρες έριχναν σε ένα
καζάνι μέρη από το λίπος του χοιρινού, το οποίο είχε και πολύ μικρά κομμάτια κρέατος
πάνω του έβαζαν το καζάνι στη φωτιά και το λίπος άρχιζε να λιώνει. Μάζευαν σε δοχεία το
ρευστό λίπος για να το χρησιμοποιήσουν τον επόμενο χρόνο στα φαγητά, και το κρεατάκι
με το λίπος που παρέμενε στο καζάνι, ήταν οι τσιγαρίθρες. Τις «έσβηναν» με κρασί και ήταν
οι μεζέδες για το γλέντι των Χριστουγέννων που ακολουθούσε.

Εκλεκτός μεζές για τις μέρες των Χριστουγέννων ήταν και τα μπουμπάρια. Έπαιρναν από το
χοιρινό τα πνευμόνια, τη σπλήνα και τα εντόσθια, πρόσθεταν ρύζι και μυρωδικά και
περνούσαν το μείγμα αυτό μέσα από ένα έντερο και τα έβραζαν για αρκετή ώρα. Στη
συνέχεια τα έψηναν στο φούρνο μέχρι να ροδοκοκκινίσουν. Το έδεσμα αυτό ήταν ιδιαίτερα
διαδεδομένο στα χωριά της Φθιώτιδας.

«όρνιθα» ή «πετεινός»

Η γεμιστή γαλοπούλα των Χριστουγέννων, ήρθε στην Ελλάδα ως ευρωπαϊκό έθιμο για να
καθιερωθεί στην αρχή από τις εύπορες οικογένειες. Ο γάλος ή διάνος, αποτελούσε πλούσιο
γεύμα, όχι μόνο τα Χριστούγεννα, αλλά και σε γιορτές και συμπόσια.
Χριστουγεννιάτικο έδεσμα για τους Ρουμελιώτες ήταν η βραστή κότα ή ο κόκορας (καπόνι).
Με τον καιρό καθιερώθηκε η γαλοπούλα και παραμονές Χριστουγέννων αγρότες
γαλοβοσκοί διέσχιζαν τους δρόμους των χωριών και των πόλεων οδηγώντας με ένα
καλαμένιο ραβδί τα κοπάδια τους στις αγορές. Γρήγορα η γαλοπούλα ταυτίστηκε με τα

Χριστούγεννα και μάλιστα παραγεμισμένη με σταφίδες, κανέλα, γαρύφαλλα, κουκουνάρια
και κάστανα και προσφερόταν ως εκλεκτό έδεσμα.