Γύρω στα 1830 ξένοι περιηγητές άρχισαν να επισκέπτονται την Αθήνα και να περιγράφουν τους ανθρώπους και την πόλη λίγο μετά την απελευθέρωση. Ένας περιηγητής με το όνομα Λουίν, μιλάει για συντρίμμια πλίθινων σπιτιών και για φτωχά τζαμιά που χρησίμευαν, χάρη στον όγκο τους για να προσανατολιστούν οι επισκέπτες αφού δεν υπήρχαν δρόμοι χαραγμένοι. Ακόμη και τα σπίρτα ήταν άγνωστα στους Αθηναίους που μεταχειρίζονταν τσακμακόπετρες για να ανάψουν φωτιά. Επειδή μάλιστα το άναμμα της τσακμακόπετρας δεν ήταν εύκολο, στα νοικοκυριά διατηρούσαν συνεχώς αναμμένο καντήλι για να παίρνουν τη φωτιά. Οι φτωχοί που δεν είχαν λάδι για να καίνε όλη μέρα, πήγαιναν και άναβαν από τα σπίτια των πλουσίων.

Τα πρώτα σπίρτα έφερε στην Αθήνα ο Γεώργιος Σταύρου, που ίδρυσε αργότερα την Εθνική Τράπεζα. Σε μια από τις εκδηλώσεις που έκανε σπίτι του, θέλοντας να προκαλέσει έκπληξη στους παρευρισκόμενους, έβγαλε από την τσέπη του ένα μεγάλο κουτί, το άνοιξε με ευλάβεια και παίρνοντας από μέσα ένα σπίρτο, το έτριψε στη μια πλευρά του κουτιού. Ο θαυμασμός και η έκπληξη όλων που είδαν το ξυλαράκι αυτό να ανάβει δεν περιγράφεται.

 

Το πρώτο σπίρτο τριβής κατασκευάστηκε από τον Βρετανό Τζον Γουόκερ το 1827. Είχαν προηγηθεί οι προσπάθειες του Ρόμπερτ Μπόιλ γύρω στα 1680 με φωσφόρο και θείο, οι οποίες όμως δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα. Στα πρώτα σπίρτα η φλόγα δεν ήταν σταθερή και η αρχική αντίδραση ήταν αρκετά βίαιη, ενώ η μυρωδιά που ανέδιδε το σπίρτο ήταν δυσάρεστη. Το 1831 ο Γάλλος Σαρλ Σωριά πρόσθεσε λευκό φωσφόρο για να αφαιρέσει τη μυρωδιά. Δυστυχώς, όσοι ασχολήθηκαν με την κατασκευή τους επηρεάστηκαν από σοβαρές ασθένειες των οστών, ενώ σε κάθε πακέτο υπήρχε αρκετός λευκός φωσφόρος για να σκοτώσει έναν άνθρωπο. Όταν έγιναν γνωστοί οι κίνδυνοι των σπίρτων αυτών, έγινε μεγάλη εκστρατεία για την απαγόρευσή τους. Το σπίρτο ασφαλείας κατασκευάστηκε το 1844 από τον Σουηδό Γκούταβ Έρικ Πας και βελτιώθηκε μια δεκαετία αργότερα από τον Τζων Έντβαρντ Λούντστρομ. Η ασφάλειά τους έγκειται στον διαχωρισμό των καύσιμων συστατικών ανάμεσα στην κεφαλή του σπίρτου και μια ειδική επιφάνεια τριβής, και την αντικατάσταση του λευκού φωσφόρου με ερυθρό φώσφορο. Κατά την τριβή η θερμότητα μετατρέπει μέρος του ερυθρού φωσφόρου σε λευκό, το οποίο αναφλέγεται και προκαλεί την καύση της κεφαλής.