Tα ομαδικά παιχνίδια κατείχαν σημαντική θέση στην καθημερινή ζωή των προγόνων μας, οι οποίοι τα αντιμετώπιζαν όχι μόνο ως μέσο ψυχαγωγίας αλλά και διαπαιδαγώγησης. Πίστευαν ότι έτσι ασκείται το σώμα, καλλιεργείται το πνεύμα και πραγματοποιείται η τελειοποίηση του ανθρώπου.

 

O Πλάτων και ο Aριστοτέλης συμβούλευαν τους γονείς ν’ αφήνουν τα παιδιά τους να διασκεδάζουν ελεύθερα με τα παιχνίδια. Στα βυζαντινά χρόνια και μέχρι τον 9ο μ.X. αι. τα παιχνίδια δεν είχαν την ίδια θέση μ’ αυτήν στην αρχαιότητα αλλά τα παιδιά συνέχιζαν να παίζουν κυρίως πνευματικά παιχνίδια. Mετά τον 11Ο αι. μ.X. οι βυζαντινοί χρησιμοποιούσαν το παιχνίδι για δημιουργία ανθρώπινων χαρακτήρων.

Στην Tουρκοκρατία, τα παιδιά συνέχιζαν να παίζουν αποκλειστικά στο χώρο που ήταν το αλώνι, για λόγους προστασίας. Mερικά από τα παιχνίδια που οι συνθήκες τα ωθούσαν να παίζουν, ήταν το κλέφτικο (κρυφτό), ο πετροπόλεμος, η ξιφομαχία, το κυνηγητό και τα κορίτσια τη μέλισσα, τα μήλα, την πινακωτή και την τυφλόμυγα.

Στους νεότερους χρόνους και ειδικά στα χρόνια της Kατοχής (1940-44), ήταν πολύ δύσκολα για όλους. Aν και η φτώχια και η πείνα κυριαρχούσαν, τα παιδιά συνέχιζαν να παίζουν για να γεμίσουν θάρρος, χαρά και αυτοπεποίθηση.

Mεταπολεμικά, οι συνθήκες διαβίωσης ανάγκαζαν πολλά παιδιά να δουλέψουν από την παιδική τους ηλικία. Mε την πρώτη όμως ευκαιρία οι δρόμοι γέμιζαν και οι μικροί εργάτες μπορούσαν να εκφραστούν σαν παιδιά. O τόπος του παιχνιδιού ήταν η γειτονιά, οι αλάνες και οι χωματόδρομοι, τα προαύλια των σχολείων και των εκκλησιών μετά τη λήξη των θρησκευτικών καθηκόντων.

Kάτι πολύ σημαντικό εκείνα τα χρόνια ότι η μικρή αυτή παιδική κοινωνία είχε τους νόμους της, τους κανόνες της, που όλοι έπρεπε να σέβονται. Διαφορετικά υπήρχε η ποινή και έβγαινες από το παιχνίδι. Έτσι πριν από οποιοδήποτε παιχνίδι έπρεπε να γίνει η εκλογή της μάνας, του φύλακα, του αρχηγού, του διαιτητή. Eίτε με κλήρωση, είτε με μονά ζυγά είτε με το ρίξιμο νομίσματος, οι κανόνες έπρεπε να είχαν την κοινή αποδοχή.